Μετάφραση: Χρήστος Καλλιμάνης
Ρεκόρ επιθέσεων, απαγωγών και βασανισμών έχε καταγραφεί στη Ζιμπάμπουε μέσα στο 2016, καθώς μη κυβερνητικές οργανώσεις κάνουν λόγο για εκατοντάδες περιπτώσεις πολιτικής βίας, η οποία προέρχεται κυρίως από τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας. Όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που οι διαμαρτυρίες της αντιπολίτευσης κατά του προέδρου Μουγκάμπε κλιμακώνονται.
Ο Ρόμπερτ Μουγκάμπε κατέχει την εξουσία εδώ και 36 χρόνια, ωστόσο, οι αντιδράσεις προς το πρόσωπο του ισόβιου προέδρου έχουν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο έντονες κάτι που φέρνει ακραίες αντιδράσεις από τις αρχές της Ζιμπάμπουε.
Μια ΜΚΟ της χώρας η Μονάδα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών (CSU) καταγράφει ότι το 2016 έχουν καταγραφεί 654 περιπτώσεις πολιτικής βίας, ενώ ολόκληρο το 2015 είχαν καταγραφεί 456.
Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι επιθέσεις πραγματοποιούνται από τις κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας (αστυνομία, στρατός, μυστικές υπηρεσίες) ενώ τα θύματα είναι οι υποστηρικτές της αντιπολίτευσης και ακτιβιστές.
Ένας ακτιβιστής, ο Οστάλος Γκιφτ Σιζίμπα, επικεφαλής φοιτητικής διαδήλωσης στο πανεπιστήμιο της Ζιμπάμπουε, δήλωσε στον Guardian ότι έπεσε θύμα απαγωγής από πράκτορες του καθεστώτος τον Αύγουστο και μεταφέρθηκε στα κεντρικά γραφεία του κυβερνώντος κόμματος, όπου και τον κρέμασαν στο ταβάνι από τα πόδια.
«Βασανίστηκα, μου επιτέθηκαν με τα πόδια μου να κρέμονται από το ταβάνι και το κεφάλι μου προς τα κάτω, ενώ 21 άνδρες άλλαζαν θέσεις για να με χτυπούν μέχρι να λιποθυμήσω» δήλωσε.
Ο Σιζίμπα λέει ότι οι ανακριτές του απαίτησαν πληροφορίες για άλλους υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ισχυρίζεται ότι σε κάποιο σημείο τον είχαν να αιωρείται πάνω από ένα βαρέλι γεμάτο θειικό οξύ.
Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο κεντρικό αστυνομικό τμήμα της Χαράρε, όπου οι ξυλοδαρμοί συνεχίστηκαν. «Είχα χάσει πολύ αίμα και συνέχισα να αιμορραγώ. Είχα τραύματα στα περισσότερα σημεία του σώματός μου. Δεν μου έδιναν νερό ούτε με άφηναν να τηλεφωνήσω στους γονείς μου, σε έναν δικηγόρο, σε κανέναν. Έπρεπε να μάθω να φροντίσω ο ίδιος τα τραύματά μου» προσθέτει.
Η εμπειρία του Σιζίμπα «δένει» με μαρτυρίες άλλων θυμάτων δείχνοντας ότι η πολιτική βία δεν είναι μόνο συνηθισμένη, αλλά και πολύ ακραία.
Άλλα θύματα ανέφεραν ότι τους έβαζαν στο αίμα άγνωστες ουσίες κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, τους κρατούσαν στην απομόνωση και τους έκαναν και σεξουαλικές απειλές.
Ο Φράνσις Λόβμορ, επικεφαλής της ΜΚΟ, αναφέρει ότι οι καταγγελίες για τα βασανιστήρια έχουν γίνει όλο και πιο σοκαριστικές.
«Η έγχυση άγνωστων ουσιών κατά τη διάρκεια βασανιστηρίων είναι ανησυχητική όπως και η απαγωγή συγγενών ακτιβιστών όταν δεν μπορεί να εντοπιστεί ο στόχος. Η βαρβαρότητα των ξυλοδαρμών από την αστυνομία, που έχει ως αποτέλεσμα συντριπτικά κατάγματα και απειλητικά για τη ζωή τραύματα θυμίζουν παλαιότερες βίαιες αντιδράσεις του κράτους και του κυβερνώντος κόμματος» λέει ο Λόβμορ.
Η ΜΚΟ προσφέρει ιατρικές υπηρεσίες και αποκατάσταση σε όσους έχουν επιζήσει από την οργανωμένη βία και τα βασανιστήρια στη Ζιμπάμπουε. Οι στατιστικές δείχνουν ρεκόρ ανθρώπων οι οποίοι ζήτησαν βοήθεια από τον οργανισμό και, συνεπώς, καταδεικνύουν την αυξανόμενη πολιτική βία στη χώρα.
Η λαϊκή αντίσταση στον 92χρονο Μουγκάμπε έχει αυξηθεί αυτό το έτος, ενώ η χώρα βαδίζει προς εκλογές το 2018. Η αντιπολίτευση έχει αυξήσει τις δυνάμεις της και εξαιτίας της μεγάλης ξηρασίας που έχει αφήσει εκατομμύρια πεινασμένους και της έλλειψης ρευστότητας που προκαλεί προβλήματα στις επιχειρήσεις δυσκολεύοντας, ακόμη, το έργο της κυβέρνησης να πληρώσει μισθούς.
Τα στατιστικά στοιχεία του CSU δείχνουν ότι από τα 654 καταγεγραμμένα περιστατικά πολιτικής βίας (τα πραγματικά είναι πολύ περισσότερα) έχουν λάβει χώρα κυρίως στις δύο μεγάλες πόλεις, την Χαράρε και την Μπουλαβάγιο.
Η Λίντα Μασαρίρα, πρώην εργαζόμενη στον κρατικό σιδηρόδρομο, υπέφερε στα χέρια της αστυνομίας της Ζιμπάμπουε. Συνελήφθη στις 6 Ιουλίου καταδικάστηκε για συμμετοχή σε βίαιες διαδηλώσεις και πέρασε 84 ημέρες στη φυλακή.
Δηλώνει ότι έπεσε θύμα συνεχόμενης φυσικής και ψυχολογικής βίας.
«Ήμουν η μοναδική γυναίκα που συνελήφθη και με ανάγκασαν να κάθομαι στα πόδια ανδρών. Με ακουμπούσαν παντού. Οι αστυνομικοί με χτυπούσαν με γκλομπ. Προσπαθούν να σου κλέψουν την αξιοπρέπεια και την αυτοεκτίμηση» σημειώνει.
Αφού πρωτοστάτησε σε μια διαμαρτυρία των φυλακισμένων μεταφέρθηκε στη διαβόητη υψίστης ασφαλείας φυλακή Τσικουρούμπι, όπου παρέμεινε στην απομόνωση για 18 ημέρες με τα πόδια δεμένα με χειροπέδες.
«Αυτά είναι μερικά από τα όσα έπρεπε να αντιμετωπίσω. Όταν αντιστέκεσαι στο κυβερνών κόμμα ξέρεις ότι θα περάσεις από πραγματική κόλαση. Αυτό λέω στον εαυτό μου και πραγματικά βγήκα πιο δυνατή. Σκεφτόμουν “Εάν μου κάνουν αυτά τα πράγματα τότε σημαίνει ότι οι πράξεις μου έχουν αντίκτυπο» λέει η Μασαρίρα.
