Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε τραγική κατάσταση βρίσκεται το Σουδάν, όπου παρά την κατάπαυση πυρός ούτε σήμερα Τετάρτη κατέστη δυνατό να παραδοθεί ανθρωπιστική βοήθεια. Την ίδια ώρα, ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Φόλκερ Τουρκ, απηύθυνε «απευθείας έκκληση» στους αρχηγούς των εμπολέμων «να σταματήσουν την σεξουαλική βία και να προστατεύσουν τις ζωές των πολιτών».

Ο Φόλκερ Τουρκ δήλωσε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, από την έδρα του Οργανισμού στη Γενεύη: «Στρατηγέ αλ–Μπουρχάν, στρατηγέ Νταγκαλό, πρέπει να εκδώσετε σαφείς διαταγές, όχι με αόριστες διατυπώσεις, προς όλους όσοι βρίσκονται υπό την διοίκησή σας, ότι υπάρχει μηδενική ανοχή για την σεξουαλική βία…οι πολίτες πρέπει να προστατευθούν και εσείς πρέπει να σταματήσετε αυτήν την παράλογη βία τώρα».

Ο στρατηγός Αμπντελ Φάταχ Αλ Μπουρχάν είναι de facto αρχηγός της στρατιωτικής χούντας του Σουδάν, ενώ ο μέχρι πρότινος στενός συνεργάτης του, Μοχάμεντ Χαμντάν Νταγκαλό, γνωστός ως Χεμέτι, αρχηγός των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης. Είναι το πρόσωπο, και το στρατιωτικό σώμα, στο οποίο στηρίχθηκε ο Σουδανός δικτάτορας Όμαρ αλ Μπασίρ στον πόλεμο στο Νταρφούρ, όπου οι Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης διακρίθηκαν για μαζικούς φόνους, μαζικούς βιασμούς, λεηλασίες, αφανισμό ολόκληρων χωριών και εθνοκάθαρση. Οι δυνάμεις του είναι επίσης δραστήριες στην Υεμένη και την Λιβύη, ενώ έχουν στενή συνεργασία με την περιώνυμη εταιρεία παραστρατιωτικών Wagner.

Οι δύο στρατηγοί ηγήθηκαν από κοινού το 2019 στη Σφαγή του Χαρτούμ, την άγρια καταστολή ειρηνικών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, όπου περισσότεροι από 100 άνθρωποι σκοτώθηκαν και τα πτώματά τους ρίχθηκαν στον Νείλο, εκατοντάδες βασανίστηκαν και έπεσαν θύματα βιασμών στους δρόμους του Χαρτούμ.

Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ επισήμανε ότι το γραφείο του έχει καταγράψει «τουλάχιστον 25 περιστατικά σεξουαλικής βίας μέχρι στιγμής» και εικάζει ότι «ο αριθμός θα είναι πολύ μεγαλύτερος».

Δεν παραδίδεται η βοήθεια

Παράλληλα, όλα δείχνουν ότι και η τελευταία εκεχειρία, που συμφωνήθηκε τη Δευτέρα, έχει ήδη παραβιαστεί, καθώς κάτοικοι της πρωτεύουσας Χαρτούμ δήλωσαν ότι ακούν πυρά πυροβολικού και αεροπορικές επιδρομές. Και μπορεί οι Αμερικανοί και Σαουδάραβες μεσολαβητές να προσπαθούν να δημιουργήσουν ασφαλείς διαδρόμους για την παράδοση ανθρωπιστικής βοήθειας, αυτό δεν κατέστη δυνατό ούτε σήμερα, Τετάρτη.

Οι μεσολαβητές ανέφεραν ότι σήμερα «οι συγκρούσεις μοιάζουν λιγότερο έντονες στο Χαρτούμ» και πως έχουν ήδη παρουσιάσει στους επικεφαλής των αντίπαλων εμπολέμων στρατηγούς αλ-Μπουρχάν και Νταγκαλό «πληροφορίες που δείχνουν ότι παραβίασαν τη συμφωνία» κατάπαυσης πυρός.

Η συμφωνία επιτεύχθηκε ύστερα από δύο εβδομάδες διαπραγματεύσεων στη Σαουδική Αραβία, με στόχο να δημιουργήσει διαδρόμους για τους αμάχους που έχουν εγκλωβιστεί στα διασταυρούμενα πυρά και για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, την οποία έχουν άμεση ανάγκη πάνω από 25 εκατ. άνθρωποι σε σύνολο πληθυσμού 45 εκατ. στη χώρα.

Στην πρωτεύουσα και στην περιοχή του Νταρφούρ, όπου μαίνονται οι μάχες, επικρατούν εικόνες λεηλασίας και κατάρρευσης, καθώς είναι αδύνατη η πρόσβαση σε νοσοκομεία, τα οποία είναι σχεδόν όλα εκτός λειτουργίας. Και αυτά που δεν έχουν βομβαρδιστεί, δεν έχουν πλέον αποθέματα ή έχουν καταληφθεί από τους εμπόλεμους.

Σύμφωνα με τον συντονιστή των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, Ζαν-Νικολά Άρμστρονγκ, «το περιθώριο κινήσεων για τους εργαζομένους ανθρωπιστικών οργανώσεων περιορίζεται με ταχύτητα που σπάνια έχω δει. Μια από τις αποθήκες μας στο Χαρτούμ λεηλατήθηκε», δήλωσε και πρόσθεσε ότι οι πλιατσικολόγοι «αποσυνέδεσαν τα ψυγεία και έβγαλαν τα φάρμακα: μόλις διακοπεί η ψυκτική αλυσίδα, τα φάρμακα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κανέναν».

Στη Τζέντα, όπως δηλώνουν Ριάντ και Ουάσιγκτον, οι απεσταλμένοι των δύο στρατοπέδων συνεχίζουν να συζητούν και «είναι σε εξέλιξη οι προετοιμασίες για τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας». Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν προειδοποίησε «αυτούς που παραβιάζουν την ανακωχή» ότι θα αντιμετωπίσουν «κυρώσεις», χωρίς όμως να διευκρινίζει τι είδους.

Επισημαίνεται ότι οι καταυλισμοί των εκτοπισμένων, που φιλοξενούσαν ήδη 3,4 εκατ. ανθρώπους πριν από τον πόλεμο, είναι γεμάτοι ή έχουν καταστραφεί από τις συγκρούσεις, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Στο Ελ-Γκενέινα, στο Νταρφούρ, για παράδειγμα, «και τα 86 κέντρα υποδοχής εκτοπισμένων έχουν πυρποληθεί και 85.000 άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να πάνε αλλού για ακόμη μια φορά», σύμφωνα με τον ΟΗΕ.

Φόβος για συνολική κατάρρευση

Οι διεθνείς παρατηρητές και επιστήμονες εκτιμούν ότι ο κίνδυνος κατάρρευσης για το Σουδάν είναι πλέον ορατός.

Ο ερευνητής, ειδικός για το Σουδάν, Άλεξ ντε Βάαλ επισημαίνει ότι «η προτεραιότητα των ΗΠΑ είναι η σταθερότητα, όχι οι αρχές», αλλά αυτό που διακυβεύεται «είναι η κατάρρευση του κράτους το όποιο θα μεταμορφώσει όλο το Σουδάν σε κάτι που μοιάζει με το Νταρφούρ πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια».

Ο πόλεμος ξεκίνησε το 2003 σε εκείνη την περιοχή και προκάλεσε τον θάνατο 300.000 ανθρώπων και τον εκτοπισμό 2,5 εκατομμυρίων και σύμφωνα με τον ντε Βάαλ «είναι από αυτό το περιβάλλον, όπου τα χρήματα ή τα όπλα καθορίζουν τα πάντα, που προήλθε ο στρατηγός Νταγκαλό» και μαζί με αυτόν οι χιλιάδες μαχητές Τζαντζαουίντ που κατηγορούνται για ωμότητες και που έχουν ενταχθεί στις τάξεις των ΔΤΥ.

Ο Γιάσερ Αμπντελαζίζ, δημόσιος υπάλληλος στο Τσέντι, στο βόρειο Σουδάν που πλήττεται από τις συγκρούσεις, φοβάται ότι θα υπάρξει επιστροφή σε πόλεμο πλήρους κλίμακας.

«Φοβάμαι ότι το σενάριο που θα έρθει δεν θα είναι αυτό της Συρίας, της Λιβύης ή της Υεμένης», τρεις χώρες που επλήγησαν από αιματηρούς πολέμους κατά τη διάρκεια της τελευταίας αυτής δεκαετίας, «αλλά το σενάριο της Σομαλίας με ανθρώπους που έχουν στιγματιστεί από τον ρατσισμό και την πίστη στη φυλή», είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο (AFP).

Την εξάπλωση της σύγκρουσης φοβούνται και οι γειτονικές χώρες, που φιλοξενούν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Αιτία, οι δεσμοί μεταξύ φυλών από διαφορετικές χώρες. Για τον λόγο αυτό, και δεν παύουν να ζητούν να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις, κάνοντας έκκληση για αφρικανικές λύσεις στα προβλήματα της ηπείρου.

Επί του πεδίου, χιλιάδες οικογένειες συνεχίζουν να εγκαταλείπουν το Νταρφούρ προς το Τσαντ, ή να παίρνουν το δρόμο της Αιγύπτου προς τα βόρεια. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, αυτοί που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα ανέρχονται σε 300.000. Αυτοί που δεν μπορούν να πάνε τόσο μακριά βρίσκουν καταφύγιο σε άλλες πόλεις του Σουδάν.