Στους 136 ανέρχονται οι νεκροί άμαχοι, ανάμεσά τους 50 γυναίκες και 21 παιδιά, που σφαγιάστηκαν στις 20 Απριλίου στο χωριό Καρμά από άνδρες με στολές και διακριτικά του στρατού της Μπουρκίνα Φάσο, σύμφωνα με επιζήσαντες, κατοίκους, και την οργάνωση «Συλλογικότητα εναντίον της ατιμωρησίας και του στιγματισμού κοινοτήτων». (Collectif contre l’impunité et la stigmatisation des communautés, CISC).
Το στρατιωτικό καθεστώς της χώρας καταδίκασε την επίθεση την Πέμπτη, χωρίς να δώσει επίσημο απολογισμό, και διαβεβαίωσε πως θα παρακολουθήσει «από πολύ κοντά την εξέλιξη της έρευνας» που διενεργείται από τον εισαγγελέα της Ουαϊγκουγιά για εξιχνιαστεί η υπόθεση και οι υπεύθυνοι να «λογοδοτήσουν». Νωρίτερα, εισαγγελέας στην Ουαϊγκουγιά, ο Λαμίν Καμπορέ, είχε ανακοινώσει πως ενημερώθηκε από τη χωροφυλακή πως περίπου «εξήντα άνθρωποι σκοτώθηκαν από άνδρες που φόραγαν στολές των ενόπλων δυνάμεών μας».
Ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα χθες από κατοίκους και επιζήσαντες ανέφερε πως το χωριό Καρμά περικυκλώθηκε το πρωί της 20ής Απριλίου από βαριά οπλισμένους άνδρες με στολές και διακριτικά του στρατού, που κινούνταν με μοτοσικλέτες, ανοικτά ημιφορτηγά και τεθωρακισμένα οχήματα. «Οι χωρικοί αρχικά χάρηκαν για την άφιξή της, αλλά η χαρά έγινε κομμάτια όταν άρχισαν να πυροβολούν». Η CISC πρόσθεσε στην ανακοίνωσή της ότι ακόμα και βρέφη εκτελέστηκαν μαζί με τις μητέρες τους.
Κι άλλες κοινότητες της περιοχής υπέστησαν επίσης επιθέσεις την 20ή Απριλίου από τους ένοπλους με στολές και διακριτικά του στρατού, ανέφερε η CISC, κάνοντας λόγο για έξι νεκρούς στο χωριό Ντιγκιρί, δύο στο Μενέ και τρεις στον δρόμο ανάμεσα στην Ουαϊγκουγιά και την Μπαργκά. Στο Καρμά «μάζεψαν τους άμαχους κατά δεκάδες και ανά γειτονιά» προτού δοθεί «η διαταγή: ‘Σκοτώστε τους όλους’», ανέφερε ο πρόεδρος της CISC, ο Νταουντά Ντιαλό, στον οποίο απονεμήθηκε το 2022 το βραβείο Martin Ennals, το «Νόμπελ» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
«Σύμφωνα με όσα είπαν επιζήσαντες, οι δράστες της επίθεσης κατηγόρησαν τους κατοίκους του χωριού Καρμά πως προσέφεραν στέγη σε μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων», ανέφερε ο Ντιαλό.
Υπενθύμισε πως οι σφαγές των αμάχων διαπράχθηκαν μια εβδομάδα μετά τους θανάτους έξι στρατιωτών και 34 βοηθητικών των ενόπλων δυνάμεων σε επίθεση φερόμενων ως τζιχαντιστών κοντά στο χωριό Αορεμά, περίπου 15 χιλιόμετρα από την Ουαϊγκουγιά.
Η CISC καταδίκασε σθεναρά τη νέα σφαγή αμάχων, τόνισε υπενθυμίζοντας πως έχουν υπάρξει καταγγελίες για σειρά δολοφονιών πολιτών από στρατιωτικούς και βοηθητικούς των ένοπλων δυνάμεων κατά τη διάρκεια του αγώνα εναντίον των τζιχαντιστών. Και αξίωσε να διενεργηθεί «πλήρης και αμερόληπτη έρευνα για τα φρικιαστικά εγκλήματα αυτά με θύματα αμάχους» και να «προσαχθούν όλοι οι υπεύθυνοι και οι ηθικοί αυτουργοί ενώπιον της δικαιοσύνης», κρίνοντας πως «η ατιμωρησία ανοίγει τον δρόμο σε κάθε πιθανή παρεκτροπή», από τα «ξεκαθαρίσματα λογαριασμών» ως «τις σφαγές ευρείας κλίμακας».
Χθες ούτε ο στρατός, ούτε η στρατιωτική κυβέρνηση απάντησαν όταν το Reuters τους ζήτησε σχόλιο για τις ανακοινώσεις των κατοίκων και της ΜΚΟ. Αντιπρόσωπος των κατοίκων, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στην Ουαϊγκουγιά, έκρινε πως η ανακοίνωση της κυβέρνησης δείχνει αδιαφορία και περιφρόνηση για τους κατοίκους του χωριού Καρμά και σπέρνει σύγχυση για τις ευθύνες του στρατού. «Εμείς, οι κάτοικοι και οι επιζήσαντες (…) δεν έχουμε καμιά αμφιβολία για το ποιος ευθύνεται. Δεν θα μας ξεγελάσει κανείς», επέμεινε.
Την Μπουρκίνα Φάσο, ειδικά το βόρειο τμήμα της, αιματοκυλίζουν συχνά από το 2015 οργανώσεις που ορκίζονται πίστη στο Ισλαμικό Κράτος ή στην Αλ Κάιντα. Εξαπλώθηκαν από γειτονικά κράτη, το Μαλί και τον Νίγηρα· συνολικά, έχουν σκοτωθεί πάνω από 10.000 άνθρωποι, πολίτες και στρατιωτικοί, σύμφωνα με μη κυβερνητικές οργανώσεις, ενώ έχουν εκτοπιστεί άλλοι δυόμισι εκατομμύρια πολίτες.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
