Την άμεση παραίτηση του αυταρχικού προέδρου Κάις Σαγέντ και τη διενέργεια νέων, γνήσια δημοκρατικών εκλογών απαιτεί σύσσωμη η αντιπολίτευση της Τυνησίας, μετά την καταστροφική για το καθεστώς… μη προσέλευση του εκλογικού σώματος στις βουλευτικές «εκλογές» του περασμένου Σαββάτου.
Για την ακρίβεια, στις κάλπες πήγε μόλις το 8,8% των ψηφοφόρων της βορειοαφρικανικής χώρας, όπου πριν από ακριβώς δώδεκα χρόνια ξεκίνησε η Αραβική Ανοιξη: ο λαός γύρισε επιδεικτικά την πλάτη στην κάθε άλλο παρά «δημοκρατική» εκλογική διαδικασία, που μόνο σκοπό έχει να νομιμοποιήσει το διαρκές «θεσμικό πραξικόπημα» του… αντι-συνταγματολόγου προέδρου.
Πίσω από το παλλαϊκό «μαύρισμα» κρύβεται η βαθιά απογοήτευση του τυνησιακού πληθυσμού από τις «μεταρρυθμίσεις» του Σαγέντ και κυρίως η δυσαρέσκεια για τη βαθύτατη οικονομική κρίση και τις ελλείψεις σε βασικά αγαθά που έχουν «γονατίσει» εκατομμύρια πολίτες.
Αλλωστε τα περισσότερα πολιτικά κόμματα, με πρώτους τους μετριοπαθείς ισλαμιστές του «Ενάχντα», μποϊκοτάρισαν ανοιχτά τις εκλογές καταγγέλλοντάς τες ως «παρωδία», που στοχεύει αποκλειστικά στην ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της προεδρικής εξουσίας. Μάλιστα τα πέντε μεγαλύτερα κόμματα έχουν συστήσει ένα «Μέτωπο Σωτηρίας», ο επικεφαλής του οποίου έκανε λόγο την Κυριακή για «πολιτικό σεισμό» που ακυρώνει στην πράξη το «πραξικόπημα ενάντια στην Επανάσταση».
Να θυμίσουμε εδώ ότι ο Σαγέντ, πρώην καθηγητής Νομικής και διακεκριμένος συνταγματολόγος που εξελέγη το 2019 με την υποστήριξη του κυβερνώντος «Ενάχντα» και άλλων συντηρητικών κομμάτων, εκμεταλλευόμενος σειρά μεγάλων αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, απέπεμψε πέρσι το καλοκαίρι με τη βοήθεια του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας -και τις «πλάτες» της Δύσης- την κυβέρνηση του «Ενάχντα» και ανέστειλε την ισχύ σειράς άρθρων του Συντάγματος του 2014 που περιόριζαν την εξουσία του πρόεδρου προς όφελος του Κοινοβουλίου και του πρωθυπουργού.
Τον Μάρτιο του ’22 διέλυσε με το «έτσι θέλω» το Κοινοβούλιο, ενώ τον Ιούλιο «νομιμοποίησε», δήθεν, αυτές τις μεταρρυθμίσεις με ένα δημοψήφισμα, όπου μόλις το 27% των (περίπου 9,2 εκατομμυρίων) ψηφοφόρων ενέκριναν το νέο, αμφιλεγόμενο Σύνταγμα στη θέση του «επαναστατικού» Συντάγματος που είχε ψηφιστεί στον απόηχο της «Ανοιξης», το 2014.
Για να βγει από το αδιέξοδο, ο Σαγέντ επέβαλλε νέο εκλογικό νόμο που στην πράξη καταργεί τα κόμματα, καθώς οι μόλις 161 (από 217) βουλευτές θα εκλέγονται ως μεμονωμένοι υποψήφιοι και όχι μέσα από κομματικές λίστες.
Στην πραγματικότητα το νέο Κοινοβούλιο σχεδιάστηκε ακριβώς για να… μην έχει καμιά ουσιαστική εξουσία, αφού δεν θα μπορεί ούτε να εγκρίνει, ούτε να ρίξει (έπειτα από πρόταση μομφής) την κυβέρνηση που ουσιαστικά διορίζει ο δικτάτωρ-πρόεδρος: ακόμη και στο νομοθετικό κομμάτι το Κοινοβούλιο θα είναι σκόπιμα «ευνουχισμένο», καθώς έχουν προτεραιότητα μόνο τα νομοσχέδια που κατατίθενται από τον πρόεδρο… Αλλά το μόνο που υπόσχεται ουσιαστικά ο Σαγέντ είναι μια νέα «διάσωση» με δάνειο από το ΔΝΤ, που φυσικά θα συνοδεύεται από πρόσθετες δυσβάσταχτες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες.
