Οι ακραίες κινήσεις Τραμπ, με επίκεντρο το διάταγμα για τη μετανάστευση, η απόλυση της υπηρεσιακής υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία συνέστησε στους νομικούς του υπουργείου να μην το υπογράψουν, καθώς και η επίσημη πρόσκληση του Αμερικανού προέδρου στη Βρετανία από την πρωθυπουργό Τερέζα Μέι, ενέργεια που πυροδότησε κύμα διαδηλώσεων σε ολόκληρη τη Γηραιά Αλβιώνα, κυριαρχούν σχεδόν στο σύνολο του διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, ο Guardian έχει τίτλο «Η Μέι, προκλητική αναφορικά με την επίσκεψη Τραμπ».
Στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι η Βρετανίδα πρωθυπουργός υπερασπίστηκε σθεναρά την απόφασή της να προσκαλέσει επισήμως τον Αμερικανό πρόεδρο στη χώρα της, την ίδια ώρα που περισσότεροι από 1,3 εκατομμύρια Βρετανοί βγήκαν στους δρόμους, προκειμένου να διαδηλώσουν την εναντίωσή τους στην επίσκεψη.
Οι Times από την πλευρά τους γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους: «Η επίσκεψη Τραμπ θα πλήξει τη βασίλισσα, λένε στη Μέι».
Όπως επισημαίνει το σχετικό ρεπορτάζ, η πρόωρη πρόσκληση της Βρετανίδας πρωθυπουργού στον Τράμπ έχει φέρει τη βασίλισσα σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, σύμφωνα με τον πρώην επικεφαλής του Φόρεϊν Όφις, λόρδο Ρίκετς, ο οποίος τόνισε ότι η Μέι πρέπει να κινηθεί γρήγορα για να προστατέψει τη βασίλισσα.
Παράλληλα, ο λόρδος Ρίκετς επισημαίνει ότι θα ήταν πολύ πιο φρόνιμο πρώτα να δει ο πλανήτης για το τι είδους πρόεδρο πρόκειται και στη συνέχεια να απευθύνει την πρόσκληση.
Στην Ιταλία, η La Repubblica γράφει στο πρωτοσέλιδό της: «Η Αμερική εξεγείρεται εναντίον του Τραμπ. Ομπάμα: Σε κίνδυνο οι αξίες μας».
Η εφημερίδα κάνει εκτενή αναφορά και στη χθεσινή φονική επίθεση σε τζαμί του Καναδά, όπου έξι άτομα έχασαν τη ζωή τους από επίθεση οπλοφόρου, ο οποίος συνελήφθη λίγο αργότερα.
Στη Γαλλία, η Liberation έχει μονοθεματικό πρωτοσέλιδο στο οποίο διατυπώνει το ερώτημα «Τραμπ – Μπορούμε να τον σταματήσουμε;» και στο κυρίως άρθρο υπογραμμίζει ότι, τοποθετώντας οδοφράγματα στη χώρα του με τις ακραίες αποφάσεις του, οι οποίες διχάζουν βίαια τους Αμερικανούς, προκαλώντας θύελλα διεθνών αντιδράσεων, ο νέος πρόεδρος οδηγεί τις ΗΠΑ στα όρια της δημοκρατίας.
Από την πλευρά της, η La Depeche du Midi έχει τίτλο: «Δικαιοσύνη: το ζεύγος Φιγιόν καταθέτει».
Στο ρεπορτάζ η εφημερίδα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Φρανσουά Φιγιόν και η σύζυγός του Πηνελόπη εξετάστηκαν από τους ανακριτές για τη υπόθεση που αφορά το διορισμό της Πηνελόπης Φιγιόν ως κοινοβουλευτικής βοηθού του συζύγου της, με ετήσιες απολαβές 500.000 ευρώ.
Στη Γερμανία το θέμα που μονοπωλεί τον Τύπο είναι το αμφιλεγόμενο προεδρικό διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ, με το οποίο απαγορεύει την είσοδο στις ΗΠΑ υπηκόων επτά μουσουλμανικών χωρών, κι ενώ στο μεταξύ η ασάφεια και η αμηχανία που αυτό προκαλεί παραμένουν τα κυρίαρχα συναισθήματα διεθνώς.
«Στην πραγματικότητα αναπτύσσεται μια νέα απειλή για όλες τις δυτικές κοινωνίες», αναφέρει σε σχόλιό της η Süddeutsche Zeitung, κι αυτό επειδή «η αρχή της ανεκτικότητας και της θρησκευτικής ελευθερίας ως άνοιγμα στον κόσμο αποτελούν τα θεμέλια εκείνα που έκαναν την Αμερική, παρά τα λάθη της, σπουδαία. Τώρα», προειδοποιεί η εφημερίδα, «ελλοχεύει ο κίνδυνος ο Τραμπ, όχι μόνο να προδώσει αυτές τις αρχές, αλλά να θέσει σε κίνδυνο συνολικά την ασφάλεια των ΗΠΑ».
Στην Αυστρία, η Die Presse παρατηρεί ότι «για τους ιδεολόγους του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα η απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ είναι βούτυρο στο ψωμί τους», με το επιχείρημα ότι αντίστοιχα μέτρα ενισχύουν την προπαγανδιστική ρητορική, που θέλει τη Δύση «να ηγείται ενός παγκόσμιου πολέμου εναντίον όλων των μουσουλμάνων».
Σε σχόλιό της η Osnabrücker Zeitung, κάνει μια απόπειρα σύγκρισης της διακυβέρνησης Ομπάμα με τα πρώτα δείγματα γραφής του Ντ. Τραμπ στο πεδίο της μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά και της πάταξης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας:
«Ο Μπαράκ Ομπάμα δρούσε, θα μπορούσε κανείς να πει, με νυστέρι, ενώ ο Τραμπ με τσεκούρι. Οι συνέπειες αυτής της αυτάρεσκης προεδρικής στάσης δεν είναι προβλέψιμες, όχι μόνο για την αμερικανική κοινωνία, αλλά και για τη διεθνή συνεργασία. Οι εταίροι των ΗΠΑ θα πρέπει αμέσως να πάρουν θέση με σαφήνεια ενάντια σε αυτή την τρέλα», καταλήγει η εφημερίδα.
Στις ΗΠΑ, τέλος, η Washington Post έχει τίτλο «Η εν ενεργεία υπηρεσιακή υπουργός Δικαιοσύνης απολύεται για την απαγόρευση» και στο κυρίως θέμα αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, απάλλαξε από τα καθήκοντά της τη Σάλι Γέιτς, μετά την εντολή που έδωσε η ίδια προς τους νομικούς του υπουργείου αναφορικά με τη μη τήρηση των περιορισμών στη μετανάστευση που επέβαλε ο Τραμπ.
Πολλές αμερικανικές εφημερίδες, πάντως, επισημαίνουν ότι η περίπτωση ενός ανώτατου δικαστικού λειτουργού που έρχεται σε σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο είναι σπάνια στη διαδρομή της αμερικανικής πολιτικής ιστορίας με ανάλογο περιστατικό να έχει καταγραφεί πριν από 44 ολόκληρα χρόνια, όταν ο υπουργός Δικαιοσύνης Έλιοτ Ρίτσαρντσον και ο υφυπουργός αρνήθηκαν να υπακούσουν την εντολή του προέδρου Νίξον για την απόλυση ειδικού εισαγγελέα που διερευνούσε το σκάνδαλο Watergate.
