Την περασμένη Τετάρτη, η οδύσσεια της Αμπίρ αλ Μπάνταουι βρήκε την Ιθάκη της. Υστερα από πέντε χρόνια πολέμου και έντεκα μήνες περιπλάνησης, από το μαρτυρικό Χαλέπι μέχρι την Αθήνα, μέσα από ανείπωτους κινδύνους για την ίδια και την οικογένειά της, μετά από λευκές νύχτες αγωνίας και φόβου, η 27χρονη Σύρια κρατάει επιτέλους στα χέρια της το επίσημο χαρτί της μετεγκατάστασης για τη χώρα της ελπίδας τόσων προσφύγων, τη Γερμανία.
Τη συνάντησα στην Αθήνα, το βράδυ πριν πετάξει για το Μόναχο. Δίπλα της περίμενε υπομονετικά ο 30χρονος σύζυγός της, Αχμεντ Κούρντι, πρώην ξυλογλύπτης επιπλοποιίας, με την τετράχρονη κόρη τους, Ραντ, στην αγκαλιά του, τις πολλές ώρες που άκουγα τη νεαρή καθηγήτρια βιολογίας και αγγλικών να μου διηγείται τη ζωή της.
Απέναντί μου είχα μια νέα, πολύ συγκροτημένη γυναίκα, γεμάτη δύναμη, ζωντάνια και θέληση να αρχίσει μια νέα ζωή. Η διήγησή της, ποταμός.
Η ιστορία της είναι μοναδική, όπως οι ιστορίες όλων των ανθρώπων, όλων των προσφύγων. Ομως η φυγή της Αμπίρ από τα πεδία των μαχών, η πολύμηνη περιπλάνησή της στην Τουρκία και η εμπειρία της από τα δίκτυα των διακινητών είναι τυπική, πολύ χαρακτηριστική· είναι η ζοφερή πραγματικότητα που πρέπει να υπερβούν οι πρόσφυγες για να βρουν ασφαλές καταφύγιο στην Ευρώπη.
Και αυτοί οι άνθρωποι βρήκαν ζεστασιά και αλληλεγγύη στην Ελλάδα – ενδιάμεσο σταθμό της οδύσσειάς τους. Παρά τις συχνά κακές έως πολύ κακές συνθήκες σε πολλούς καταυλισμούς, οι ανώνυμοι εθελοντές, οι απλοί άνθρωποι, αλλά και οι λιμενικοί και συχνά οι αστυνομικοί έσωσαν την ανθρωπιά μας και στήριξαν τους πρόσφυγες.
Κι αν η Γερμανία είναι το τέλος του ταξιδιού της Αμπίρ, η ίδια δεν θα ξεχάσει ποτέ την Ελλάδα και τους Ελληνες. Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια που μου είπε πριν χωρίσουμε. Ας είναι καλοτάξιδη.
Ευμάρεια και μόρφωση
«Είμαστε οχτώ αδέλφια. Η οικογένειά μου ήταν σχετικά ευκατάστατη. Ο πατέρας μου ήθελε να μας σπουδάσει. Ολοι πήραμε πτυχίο. Γίναμε καθηγητές, δικηγόροι, ένας έγινε δικαστής. Ζούσαμε καλά στο Χαλέπι, χωρίς προβλήματα, κανείς δεν ενδιαφερόταν για τη θρησκεία του άλλου. Σπούδασα βιολογία και αγγλικά. Γνώρισα τον Αχμεντ, ερωτευτήκαμε και τον παντρεύτηκα λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος.
»Εργαζόταν ως ξυλογλύπτης σε εργαστήριο επιπλοποιίας, το οποίο έκλεισε με τον πόλεμο, και μετά δούλεψε πωλητής σε εμπορικό κατάστημα με παπούτσια. Το Χαλέπι φημιζόταν για την κατασκευή παπουτσιών και έκανε εξαγωγές σε όλο τον αραβικό κόσμο. Ομως, οι γονείς μου δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με τον γάμο μου· ήθελαν για γαμπρό έναν επιστήμονα.
»Εν τω μεταξύ, ο Αχμεντ αρρώστησε από την καρδιά του. Του διέγνωσαν στένωση αορτής. Λόγω της ασθένειάς του, δεν πήγε στρατό. Με το που ξεκίνησε ο πόλεμος η γειτονιά όπου μέναμε στο Χαλέπι, η αλ Χίλεκ, πέρασε στον έλεγχο των ανταρτών. Αρχισαν οι βομβαρδισμοί και η αβεβαιότητα.
»Εμεινα έγκυος και αποφασίσαμε να μετακομίσουμε. Πήγαμε στη Σουλεϊμανίγε, που ήταν υπό κυβερνητικό έλεγχο και ζούσαν πολλοί χριστιανοί.
»Τότε, η αδελφή μου αποφάσισε να φύγει για την Ευρώπη. Τότε ήταν εύκολο, τα σύνορα ήταν ακόμη ανοιχτά. Πήρε την κόρη της, τη μικρότερη από τα τρία παιδιά της, και έφυγε για τη Γερμανία, να ανοίξει τον δρόμο στην υπόλοιπη οικογένεια. Ο άντρας της, δικηγόρος, έμεινε πίσω με τον Ουαλίντ, επτά ετών, και τη Ρούχα, εννέα.
Εφυγε και δεν επέστρεψε
»Ξαφνικά, χάσαμε τον γαμπρό μας. Βγήκε μια μέρα από το σπίτι να πάει στο δικαστήριο και δεν γύρισε ποτέ. Δεν μάθαμε αν πέθανε, αν τον συνέλαβε ο στρατός, οι αντάρτες ή κάποιοι μαφιόζοι. Απλά, εξαφανίστηκε. Τα δύο παιδιά του τα κράτησε η μάνα μας. Πέρασαν μήνες χωρίς νέα του. Ακόμη και τώρα δεν ξέρουμε τι του συνέβη.
»Εμείς μετακομίσαμε ξανά με νοίκι στην Ισμαϊλίγε. Αλλά κι από εκεί φύγαμε ξανά μετά τους βομβαρδισμούς και αγοράσαμε ένα διαμέρισμα στη Μοχάμεντ Μπαγντάντ, μια περιοχή που νομίζαμε ότι ήταν ασφαλής.
»Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς του 2015 προς το 2016 μαζευτήκαμε στο σαλόνι να κόψουμε πίτα και να γιορτάσουμε. Ακριβώς στην αλλαγή του χρόνου οι αντάρτες βομβάρδισαν τη γειτονιά μας. Μία βόμβα έπεσε στην κρεβατοκάμαρα. Το σπίτι καταστράφηκε, αλλά σαν από θαύμα δεν πάθαμε τίποτα. Σοκαρισμένη αποφάσισα ότι έπρεπε να φύγουμε κι εμείς από τη Συρία.
»Μαζί μου πήρα και τα δύο ανήλικα παιδιά της αδελφής μου, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να επανενωθεί η οικογένεια. Πουλήσαμε ό,τι είχαμε, πήραμε όσα λεφτά είχαμε στην άκρη και νοικιάσαμε ένα ταξί με οδηγό που έκανε δρομολόγια προς το Ιντλίμπ, που ήταν υπό τον έλεγχο της ισλαμικής οργάνωσης Αλ Νούσρα. Εκεί, μας είχαν πει, θα βρίσκαμε διακινητές να μας περάσουν στην Τουρκία. Φοβόμασταν. Στον δρόμο για το Ιντλίμπ, στα μπλόκα, δεν ήξερες τι έπρεπε να πεις. Μας ρωτούσαν πού πάμε και έπρεπε να μαντέψουμε τι σόι είναι ο άντρας που κρατάει το όπλο.
»Λέγαμε πως πάμε σε συγγενείς μας σε ένα χωριό, κοντά, για να τους αφήσουμε τα παιδιά που ήταν ορφανά. Οταν περάσαμε την ουδέτερη ζώνη, με τη βοήθεια του οδηγού που είχε γνωριμίες, με το αζημίωτο, καταλάβαμε ότι δεν υπήρχε πια επιστροφή. Απέναντι μας περίμενε άλλο ταξί, από τα κυκλώματα των διακινητών. Εξω από το Ιντλίμπ μας σταμάτησαν σε μπλόκο ισλαμιστές αντάρτες. Είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους και κάποιοι μιλούσαν άλλες γλώσσες, όχι αραβικά. Εγώ φορούσα μαύρη μαντίλα, όπως μου είχαν πει, αλλά είχα ξεχάσει ακάλυπτο το πρόσωπό μου.
»Μας κατέβασαν από το αμάξι, εμένα, τον άντρα μου και τα τρία παιδιά κι άρχισαν να μας απειλούν και να φωνάζουν ότι ήμουν ασεβής κι ακάλυπτη, ότι αυτό δεν είναι σύμφωνο με το Κοράνι. Στον Αχμεντ έλεγαν ότι κανονικά θα έπρεπε να τιμωρηθεί γιατί ήταν υπεύθυνος για την ασέβεια της γυναίκας του. Τα παιδιά ήταν αμίλητα. Μας άφησαν ύστερα από τρεις ώρες και μας είπαν ότι αν με έβλεπαν ξανά ακάλυπτη, θα με έστελναν για κατήχηση σε ειδικό σχολείο για γυναίκες και ο άντρας μου θα πήγαινε φυλακή».
Η εκμετάλλευση
«Στο Ιντλίμπ, ένας διακινητής που ήταν μαζί με τους αντάρτες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού ανέλαβε να μας περάσει από τα σύνορα με την Τουρκία για 100 ευρώ το άτομο. Μας οδήγησε στο βουνό και τα χαράματα περάσαμε σε τουρκικό έδαφος. Σχεδόν αμέσως εμφανίστηκαν αστυνομικοί και μας συνέλαβαν.
»Μας έψαξαν -ευτυχώς δεν βρήκαν τα λεφτά μας, τα είχα κρυμμένα στην πάνα του μωρού-, μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο και μας φυλάκισαν για 24 ώρες. Μέσα στο δωμάτιο-φυλακή ήταν πολλοί Σύροι, σαν σαρδέλες σε κουτί. Οι αστυνομικοί δεν επέτρεπαν στους άντρες να καθίσουν, παρά μόνο στις γυναίκες και στα παιδιά. Δεν μας έδωσαν φαγητό, μόνο νερό κι αυτό με δυσκολία. Δεν μας άφηναν να πάμε στην τουαλέτα. Υπήρχε ένας κουβάς μέσα στο δωμάτιο και ήσουν σε κοινή θέα. Ο χώρος βρομούσε αφόρητα.
»Την άλλη μέρα μας οδήγησαν πίσω στα σύνορα και μας έστειλαν πάλι στη Συρία. Τηλεφωνήσαμε στον διακινητή και προσπαθήσαμε να περάσουμε και πάλι. Μας ξανάπιασαν και μας απέλασαν για δεύτερη φορά. Οι Τούρκοι στρατιώτες, γελώντας, μας είπαν να αλλάξουμε διακινητή γιατί δεν ξέρει τη δουλειά του. Ημασταν απελπισμένοι, βρόμικοι, νηστικοί, έκανε κρύο και τα παιδιά έκλαιγαν. Στην τρίτη μας απόπειρα, οι στρατιώτες μάς έριξαν πυρά για εκφοβισμό.
»Εκείνη την ημέρα είχαν σκοτώσει έναν αγρότη που καλλιεργούσε τα χωράφια του κοντά στα σύνορα. Μας έκανε εντύπωση πως κάθε φορά που επιχειρούσαμε να περάσουμε παρατηρούσαμε πως οι Τούρκοι μετακινούσαν σιγά σιγά τα φυλάκιά τους μέσα στο έδαφος της Συρίας. Δεν τολμήσαμε να διαβούμε το συρματόπλεγμα».
Στη μέση του πουθενά
«Την τέταρτη φορά τα καταφέραμε. Περπατήσαμε στο κοντινότερο χωριό και πήραμε ένα αυτοκίνητο για την Αντάκια (Αντιόχεια) και στη συνέχεια λεωφορείο για την Κωνσταντινούπολη. Δεκαπέντε μέρες ψάχναμε διακινητή. Τον βρήκε ο άντρας μου σε ένα καφενείο. Συμφωνήσαμε να πληρώσουμε 5.000 ευρώ για όλους, αλλά το πλοίο για την Ελλάδα να έχει καρίνα και να μην είναι πλαστική βάρκα. Δώσαμε όλα τα χρήματα προκαταβολή.
»Φύγαμε οδικώς, με ένα δωδεκαθέσιο πουλμανάκι στο οποίο ήμασταν συνολικά 35 επιβάτες, μαζί με τα παιδιά. Μόλις περάσαμε στην ασιατική πλευρά, ο οδηγός μάς άφησε στην ερημιά κι έφυγε. Είπε να μην τολμήσουμε να βγούμε έξω και πως θα ερχόταν αργότερα να συνεχίσουμε το ταξίδι.
»Αντί γι’ αυτόν, ήρθε η αστυνομία. Ηταν βράδυ, μας έριχναν τους φακούς στο πρόσωπο και μας μιλούσαν άσχημα. Μας οδήγησαν όλους σε κρατητήριο, μαζί με ποινικούς. Μας ανέκριναν, αλλά δεν τους αποκαλύψαμε τον διακινητή μας γιατί θα χάναμε τα χρήματά μας και δεν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.
»Μετά από 10 μέρες μάς άφησαν ελεύθερους. Τηλεφωνήσαμε στον διακινητή, μας έστειλε αμάξι και μας οδήγησε προς τη Σμύρνη. Μας πήγαν σε μια αγροικία μέσα σε δάσος. Ημασταν συνολικά 100 άτομα εκεί, από Συρία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Ιράν και άλλοι. Περιμέναμε μόνοι και φοβισμένοι, τρεις μέρες. Τηλεφωνούσαμε στον διακινητή κι έλεγε ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και να κάνουμε υπομονή. Μας είπε να μη βγούμε καθόλου έξω από το σπίτι. Ενα βράδυ εμφανίστηκαν κάποιοι ένοπλοι άντρες με αυτοκίνητο και ζητήσανε από μένα και μια άλλη γυναίκα να μπούμε μέσα. Αρνηθήκαμε.
»Αυτοί επέμεναν, εμείς παίρναμε τηλέφωνο έντρομοι τον διακινητή κι αυτός έλεγε μην μπείτε, υπάρχει κίνδυνος. Οι ένοπλοι τελικά έφυγαν, αλλά εμείς είχαμε τρομάξει πολύ. Πήρα τον άντρα μου και τα παιδιά και κρυφτήκαμε στο δάσος πίσω από κάτι θάμνους. Είχαμε αρχίσει να παρακαλάμε να μας πιάσει η αστυνομία για να γλιτώσουμε. Τελικά, έπειτα από αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα ήρθε αμάξι και μας πήγε στη Σμύρνη. Αγοράσαμε σωσίβια 50 ευρώ το ένα.
»Πήγαμε στην παραλία να φύγουμε, αλλά αντί για σκάφος με καρίνα, βρήκαμε μια πλαστική βάρκα. Αρνηθήκαμε να φύγουμε, ο καιρός δεν ήταν καλός. Μας είπαν ότι θα χάσουμε τα λεφτά μας, αλλά εγώ δεν ήθελα να ρισκάρω τις ζωές των παιδιών. Ο Αχμεντ πήγε στην Κωνσταντινούπολη να συνεννοηθεί με τον διακινητή και να πάρει πίσω τα λεφτά μας. Τσακώθηκαν στο καφενείο, τελικά του απέσπασε δύο από τα πέντε χιλιάρικα που του είχαμε δώσει».
Η Ειδομένη έκλεισε
«Εκείνη την ημέρα μάθαμε πως έκλεισαν τα σύνορα. Δεν είχαμε πια άλλη επιλογή, έπρεπε να βιαστούμε, αν και φοβόμασταν πως ήταν πλέον αργά. Δώσαμε 1.600 ευρώ και στις 15 Μαρτίου το βράδυ μπήκαμε 40 άτομα, σχεδόν όλοι Σύροι, σε μια πλαστική βάρκα για τη Χίο. Πλησιάζοντας στο νησί τηλεφωνήσαμε στην Ελληνική Ακτοφυλακή και μας μάζεψαν. Ελληνες εθελοντές μάς καλωσόρισαν και μας έδωσαν ζεστά ρούχα και φαγητό. Μας κατέγραψαν οι αστυνομικοί, αλλά κάποιοι ξένοι αστυνομικοί δεν ήταν καθόλου φιλικοί.
»Μείναμε στο στρατόπεδο έξι μέρες, σε μια σκηνή μαζί με άλλες τρεις οικογένειες. Στις 21 Μαρτίου πήραμε το καράβι για τον Πειραιά. Μας είπαν ότι ήταν το τελευταίο. Οι άλλοι πρόσφυγες που έμειναν πίσω δεν θα μπορούσαν πια να εγκαταλείψουν το νησί. Στο λιμάνι μάς περίμεναν 10 λεωφορεία και μας πήγαν σε ένα χωριό στα σύνορα με την Αλβανία. Το στρατόπεδο ήταν σκηνές μέσα σε ένα χωράφι. Βάλαμε τα κλάματα και περίπου 20 άτομα αρνηθήκαμε να κατεβούμε. Ηρθε ο δήμαρχος και μας εξηγούσε πως τα σύνορα έκλεισαν στην Ειδομένη. Ημασταν απαρηγόρητοι και σοκαρισμένοι. Επιστρέψαμε στη Θεσσαλονίκη με ΚΤΕΛ.
»Πήγαμε σε ένα φτηνό ξενοδοχείο να κάνουμε μπάνιο και να κοιμηθούμε, γιατί ήμασταν βρόμικοι και ταλαιπωρημένοι επί μέρες. Τα χρήματά μας τελείωσαν και ψάξαμε στρατόπεδο στην πόλη. Ο ξενοδόχος, καλός άνθρωπος, μας άφησε να μείνουμε άλλη μια μέρα τζάμπα. Περιπλανιόμασταν μέχρι να μάθουμε από έναν αστυνομικό πως μπορούσαμε να πάμε στα Διαβατά.
»Οταν φτάσαμε, μας ενημέρωσαν ότι το στρατόπεδο ήταν γεμάτο και δεν δέχονταν άλλους. Ηταν νύχτα και η απόγνωση μας είχε καταβάλει. Ο διοικητής του στρατοπέδου, ένας στρατιωτικός, μας λυπήθηκε και μας έδωσε μια σκηνή που δεν τη χρησιμοποιούσαν γιατί ήταν βρόμικη. Την καθάρισα μέσα στη νύχτα. Ο τόπος ήταν γεμάτος λάσπες και στο δάπεδο είχε υγρασία. Μας έδωσαν κουβέρτες αλλά κρυώναμε. Μετά δυο μέρες, εθελοντές μάς έδωσαν υπνόσακους. Μείναμε τρεις μήνες εκεί· οι υπεύθυνοι έκαναν ό,τι μπορούσαν, αλλά οι πρόσφυγες ήταν πάρα πολλοί και οι συνθήκες πολύ κακές».
Αλληλεγγύη στην Ελλάδα
«Σιγά σιγά υπήρξε βελτίωση. Εκεί γνωρίσαμε μια εθελόντρια, τη Φωτεινή Κ., που έκανε μαζί με 20 φοιτητές και την αδελφή της, Εφη, δημιουργική απασχόληση στα παιδιά. Ζήτησα να βοηθήσω κι εγώ, καθώς μιλούσα αγγλικά, γιατί δεν μπορούσα να μένω ανενεργή περιμένοντας το τίποτα. Ηθελα κι εγώ να προσφέρω κάτι. Γίναμε φίλες. Ο καιρός περνούσε, είχαμε ξεμείνει από χρήματα και περιμέναμε με την ελπίδα πως κάτι θα συμβεί και θα φτάσουμε στη Γερμανία.
»Φύγαμε από το στρατόπεδο γιατί ένας φίλος της Φωτεινής μάς πρόσφερε δωρεάν διαμονή για έναν μήνα στο ξενοδοχείο του, το Art Hotel Panorama στη Χαλκιδική. Μας στήριζε το Χαμόγελο του Παιδιού, παρέχοντάς μας είδη πρώτης ανάγκης. Στη συνέχεια, ένας άλλος Ελληνας, καθηγητής, ο Κώστας Μ., μας φιλοξένησε σχεδόν δύο μήνες στο σπίτι του στο Πλαγιάρι. Ο
»διευθυντής του 51ου Δημοτικού Σχολείου, στη Θεσσαλονίκη, ένας εξαιρετικός άνθρωπος, δέχτηκε τα παιδιά της αδελφής μου στην πρώτη τάξη. Η μικρή Ραντ έγινε δεκτή δωρεάν στον ιδιωτικό παιδικό σταθμό-νηπιαγωγείο “Κοπερτί”. Την έπαιρνε κάθε πρωί λεωφορείο και τη γύριζε το απόγευμα σπίτι.
»Μετακομίσαμε στη Θεσσαλονίκη για να μπορούν τα παιδιά να πάνε σχολείο. Ο Τάσος Γ. μάς πρότεινε ένα άδειο σπίτι που το είχε παραχωρήσει δωρεάν για πρόσφυγες η δικαστικός Ι.Κ. από την Αθήνα. Ζούσαμε μια σχεδόν κανονική ζωή. Μια Ελληνίδα που δούλευε στο Time, η Ειρήνη Λ., μου πρόσφερε δουλειά σαν μεταφράστρια. Με πλήρωναν κανονικά και με βοήθησαν πάρα πολύ.
»Μια μέρα, με ειδοποίησαν ότι εγκρίθηκε η αίτησή μου για μετεγκατάσταση στη Γερμανία. Δεν μπορούσα να το πιστέψω, έκλαιγα από χαρά και έκλαιγα που θα αποχωριζόμουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που με στήριξαν υλικά και ψυχολογικά, που μου έδωσαν δύναμη για να αντέξω. Τους χρωστάω ευγνωμοσύνη.
»Για το μέλλον μου δεν ξέρω τίποτα. Δεν ξέρω αν θα μείνω για πάντα στη Γερμανία ή αν θα επιστρέψω στη Συρία. Ομως, θα σεβαστώ τον τόπο που θα πάω, θα δουλέψω σκληρά και θα αρχίσω μια καινούργια ζωή. Το μόνο που ξέρω με σιγουριά είναι πως θα επιστρέψω μια μέρα στην Ελλάδα να συναντήσω τους ανθρώπους που με στήριξαν».
