ΒΙΕΝΝΗ
Απαρατήρητη, σχεδόν ή και τελείως, στα ΜΜΕ και στη δημόσια συζήτηση –κυρίως στην Ελλάδα– πέρασε η μόλις πρόσφατα 50ή επέτειος μιας ιδιαίτερα καθοριστικής για την ανθρωπότητα διεθνούς «Συμφωνίας», καθώς με την υπογραφή της –επικρατούντος ακόμα έντονα του Ψυχρού Πολέμου– πριν από πέντε δεκαετίες, την 1η Αυγούστου 1975, στην πρωτεύουσα της Φινλανδίας, η αποκαλούμενη Τελική Πράξη του Ελσίνκι σηματοδοτούσε μια άμβλυνση του Ψυχρού Πολέμου, δρομολογούσε τις κοσμογονικές αλλαγές της επόμενης δεκαετίας και έθετε τις βάσεις για τη Νέα Παγκόσμια Τάξη.
Εκείνη την «ιστορική» ημέρα, και έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια διαπραγματεύσεων, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων –για την Ελλάδα ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και για την Κύπρο ο πρόεδρός της Αρχιεπίσκοπος Μακάριος– από 35 χώρες (33 χώρες της Ευρώπης –με εξαίρεση την Αλβανία–, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς) υπέγραφαν στο Ελσίνκι την Τελική Πράξη.
Με αυτό το εμβληματικό «έγγραφο» των 30.000 λέξεων οι τότε ηγέτες δεσμεύονταν για το απαραβίαστο των συνόρων, την ειρηνική επίλυση των διαφορών, τη μη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών – δεσμεύσεις, ωστόσο, που τώρα ελάχιστες από αυτές έχουν απομείνει σε ισχύ.
Η Τελική Πράξη υπήρξε αποτέλεσμα της δρομολογημένης τρία χρόνια νωρίτερα διαδικασίας της ΔΑΣΕ (Διάσκεψη για Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη), που έμελλε να σημαδέψει –αν όχι και να προκαλέσει ακόμα– τις «ανατροπές» στην Ευρώπη στο τέλος της δεκαετίας του 1980, και που αυτή, σήμερα, μετονομασμένη και μετεξελιγμένη στον διεθνή οργανισμό ΟΑΣΕ (Οργανισμός για Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη), εδρεύει πλέον μόνιμα στη Βιέννη.
Ηταν ένα κλασικό διπλωματικό αντάλλαγμα: για την Ανατολική Συμμαχία (το «Σύμφωνο της Βαρσοβίας»), έφερε την αναγνώριση των συνόρων της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων και μεγαλύτερες οικονομικές ανταλλαγές με τη Δύση, ενώ, σε αντάλλαγμα, από την πλευρά του, το ίδιο έκανε παραχωρήσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα και, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, εκείνες οι διατάξεις άνοιξαν τον δρόμο για την κατάρρευση των κομμουνιστικών χωρών.
Οι ίδιοι θεωρούν πως ο τότε αρχηγός του κόμματος και του κράτους της Σοβιετικής Ενωσης, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, δεν θα μπορούσε να προβλέψει κατά τη στιγμή της υπογραφής ότι αυτό θα οδηγούσε στη σύσταση Επιτροπών Ελσίνκι για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ανατολικές χώρες: η «Χάρτα 77» στην Τσεχοσλοβακία ή το πολωνικό κίνημα «Αλληλεγγύη» επικαλέστηκαν τις διατάξεις της Τελικής Πράξης, η οποία είχε στόχο να υποχρεώσει τα κράτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας να παραχωρήσουν μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης και διασυνοριακές επαφές.
Στο πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο της «Bridge Builders in the Cold War», η ιστορικός Αννα Γκραφ-Στάινερ του διάσημου αυστριακού Ινστιτούτου Λούντβιχ Μπόλτσμαν για την Ερευνα των Συνεπειών του Πολέμου περιγράφει πώς η ουδέτερη Αυστρία έπαιξε παραγωγικό ρόλο στη δημιουργία της Τελικής Πράξης, η οποία θεωρήθηκε μία από τις «μεγαλύτερες επιτυχίες της ύφεσης στην Ευρώπη».
Σύμφωνα με την ίδια, ήδη από το 1964-1965, πολύ πριν από την έναρξη συγκεκριμένων διπλωματικών διαπραγματεύσεων στο Ελσίνκι τον Νοέμβριο του 1972, υπήρχαν ενδείξεις από το σοβιετικό υπουργείο Εξωτερικών ότι η ουδέτερη Αυστρία θα έπρεπε να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο ως μεσολαβητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η Τελική Πράξη του Ελσίνκι αποτέλεσε, στα 50 χρόνια από την υπογραφή της, τον κώδικα συμπεριφοράς ανάμεσα στις τότε 35 χώρες-μέλη της, που στο μεταξύ, με τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και της Γιουγκοσλαβίας, έχουν αυξηθεί σε 57. Αποτέλεσε και αποτελεί όμως και κώδικα συμπεριφοράς των κρατών απέναντι στους πολίτες τους. Γιατί η Τελική Πράξη προδιαγράφει στις συμμετέχουσες χώρες τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών και θέτει τις βάσεις για την παραπέρα εξέλιξη της Διαδικασίας για Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη.
Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 η ανθρωπότητα είχε εναποθέσει στη ΔΑΣΕ τις ελπίδες της για αποτροπή μιας σύγκρουσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης, για αφοπλισμό, για εμπέδωση της διεθνούς ειρήνης. Στις δύο εκείνες δεκαετίες, η διαδικασία της ΔΑΣΕ συνοδευόταν από την έντονη αντιπαράθεση των δύο κόσμων, αποτελούσε όμως και το μοναδικό «βήμα», τον μοναδικό οργανισμό, όπου υπήρχε ένας σημαντικός και σε εξέλιξη διάλογος μεταξύ τους. Και αυτό ακριβώς το μοναδικό «βήμα» ήταν εκείνο που επηρέασε τις μετέπειτα εξελίξεις και έφερε τις κοσμογονικές αλλαγές της δεκαετίας του 1980, όπως θα διαπιστώσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος.
Η υπογραφή της θεωρούμενης ως μοναδικής στις διεθνείς σχέσεις Τελικής Πράξης του Ελσίνκι αντιμετωπίστηκε τότε, πριν από 50 χρόνια, από τα δυτικά ΜΜΕ ως μια υποχώρηση της Δύσης απέναντι στις απαιτήσεις της Σοβιετικής Ενωσης για έλεγχο των εξοπλισμών και ως παγίωση του status quo στην Ευρώπη, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα εγγυήσεις για τη βελτίωση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η σχεδόν διετής διαδικασία διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της υπογραφής της είχε αντιμετωπιστεί με έντονη κριτική και με απόρριψη από τους θιασώτες του Ψυχρού Πολέμου, αρχής γενομένης από τον σύμβουλο του Αμερικανού προέδρου Τζίμι Κάρτερ σε θέματα ασφάλειας, Ζμπίγκνιεφ Μπρεζίνσκι.
Στην πραγματικότητα, όμως, η Σοβιετική Ενωση μπορεί μεν να πετύχαινε με την Τελική Πράξη την αναγνώριση των μεταπολεμικών συνόρων, αλλά η Δύση, από την πλευρά της, κατάφερνε να δεσμεύσει τις τότε 35 χώρες-μέλη της ΔΑΣΕ στο όραμα μιας Ευρώπης στην οποία θα επικρατούσε ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ελεύθερη οικονομία.
Στα πενήντα χρόνια της ζωής της, η ΔΑΣΕ –που εδώ και 30 χρόνια, μετά το 1995, είναι πλέον ο ΟΑΣΕ– κατάφερε να επεκτείνει τη δικαιοδοσία της και τις επιτυχίες της συμβάλλοντας καθοριστικά σε μια σειρά εξελίξεων όπως: τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κατάρρευση καταπιεστικών καθεστώτων, διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ενοποίηση της Γερμανίας, εκδημοκρατισμός σε όλη την επικράτειά της με αναγνώριση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμφωνίες και συνθήκες ελέγχου των εξοπλισμών αδιανόητες μέχρι πριν από μερικά χρόνια, νέες στρατηγικές αντιλήψεις που μεταβάλλουν στρατιωτικά και αμυντικά δόγματα.
Στο πλαίσιο της προσαρμογής, και για να ανταποκριθεί στις μεταψυχροπολεμικές συνθήκες, ο ΟΑΣΕ έχει προχωρήσει σε τροποποιήσεις, συμπληρώσεις και ενισχύσεις των δομών και των θεσμών του με νέα όργανα και διαδικασίες για την πρόληψη, τον χειρισμό και την επίλυση διαφορών σε όλη την περιοχή δικαιοδοσίας του Οργανισμού, ο οποίος –παρά τις εν γένει αρνητικές εξελίξεις– θα πρέπει να παραμείνει ένα μοναδικού χαρακτήρα πολιτικό πλαίσιο διαλόγου, διαπραγμάτευσης, ειρηνευτικών επιχειρήσεων, επίλυσης διαφορών, έστω και αν όλα αυτά τις τελευταίες δεκαετίες αμφισβητούνται και παραβιάζονται κατά κόρον.
