«Πιστεύω απόλυτα πως δεν υπάρχει ανάγκη για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο» είπε χθες ο Τζο Μπάιντεν μετά τη συνάντησή του με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζιπίνγκ, την πρώτη αφότου ο Αμερικανός πρόεδρος εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο, που πραγματοποιήθηκε στο περιθώριο της συνόδου της G20. Το Μπαλί της Ινδονησίας έγινε το κατάλληλο σκηνικό για να αρχίσει να σπάει ο πάγος στις σχέσεις μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων οι οποίες βρίσκονταν στη χειρότερη φάση των τελευταίων ετών, ειδικά μετά την εξαιρετικά αμφιλεγόμενη επίσκεψη της προέδρου της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊβάν τον περασμένο Αύγουστο.
Ηταν η πιο πολυαναμενόμενη συνάντηση στην εβδομαδιαία περιοδεία του Μπάιντεν σε Αίγυπτο για τη σύνοδο Cop27 για το κλίμα, Καμπότζη για τη σύνοδο των χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) και Μπαλί για την G20. Μια περιοδεία με «αέρα νίκης» μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της περασμένης εβδομάδας που έληξαν πολύ καλύτερα από το αναμενόμενο για τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία. Εξ ου και ο Μπάιντεν ξεκίνησε τη συνέντευξη Τύπου στο Μπαλί τονίζοντας τη «δύναμη και την αντοχή της αμερικανικής δημοκρατίας».
«Είμαι βέβαιος ότι κατάλαβε τι ακριβώς του έλεγα κι εγώ κατάλαβα τι μου έλεγε» σχολίασε ο Μπάιντεν σχετικά με την τρίωρη συνάντησή του με τον Σι. Ο Αμερικανός πρόεδρος, λειαίνοντας τις προηγούμενες περισσότερο επιθετικές δηλώσεις του το τελευταίο διάστημα για το ίδιο θέμα, είπε ότι δεν πιστεύει πως επίκειται επίθεση της Κίνας στην Ταϊβάν. Τόνισε ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται η μία την άλλη, αλλά δεν επιδιώκουν τη σύγκρουση. Χαρακτήρισε τη συνάντηση ως αφετηρία για τη σταδιακή βελτίωση των διμερών σχέσεων και ανήγγειλε ότι οι συνομιλίες θα συνεχιστούν μέσω του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Αντονι Μπλίνκεν, ο οποίος θα μεταβεί σύντομα στο Πεκίνο. «Πιστεύω», σχολίασε, «ότι ο κόσμος αναμένει από τις ΗΠΑ και την Κίνα να διαδραματίσουν κομβικό ρόλο στις παγκόσμιες προκλήσεις, από την κλιματική αλλαγή ώς τη διατροφική επισφάλεια, και να μπορέσουν να συνεργαστούν».
«Η σημερινή κατάσταση στις σχέσεις Κίνας – ΗΠΑ δεν είναι προς το συμφέρον των δύο χωρών, των λαών τους και των προσδοκιών της διεθνούς κοινότητας» εκτίμησε στη συνέχεια ο Σι Τζιπίνγκ, προσθέτοντας πως οι ηγέτες τους θα πρέπει να επαναφέρουν τις διμερείς σχέσεις «στη σωστή κατεύθυνση». Ωστόσο η εκδοχή του κινεζικού υπουργείου Εσωτερικών για όσα διαδραματίστηκαν στη συνάντηση με τον Μπάιντεν κινήθηκε σε κάπως πιο αυστηρούς τόνους από την αντίστοιχη του Λευκού Οίκου. Σύμφωνα με αυτή, ο Σι περιέγραψε το ζήτημα της Ταϊβάν ως την «υπ’ αριθμόν ένα αδιαπραγμάτευτη κόκκινη γραμμή στις σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας», ενώ κατηγόρησε την Ουάσινγκτον ότι «πολιτικοποιεί και εργαλειοποιεί» τις οικονομικές, εμπορικές και τεχνολογικές ανταλλαγές. Ο Σι επίσης φέρεται να απέρριψε τη ρητορική του Μπάιντεν για έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού, αλλά αναγνώρισε και αυτός τη σημασία της συνεργασίας σε μείζονα ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή.
Αρκετά αμερικανικά μέσα, όπως η «Washington Post», είδαν τη διμερή συνάντηση ως «την αρχή μιας μακράς διαδικασίας». «Η γραμμή της επικοινωνίας πρέπει να παραμείνει ανοιχτή» σχολίασε υψηλόβαθμος Αμερικανός αξιωματούχος στην εφημερίδα, προσθέτοντας ότι «το μόνο χειρότερο από μια εριστική συνομιλία είναι να μη συνομιλείς καθόλου».
