Στο θέμα του πολέμου της Ουκρανίας, καθώς και στις συνέπειες που έχει αυτός, εστίασε η ομάδα των 7 πλουσιότερων κρατών του κόσμου, κατά τη σύνοδο κορυφής που έγινε στην έδρα του ΝΑΤΟ, στην οποία συμμετείχαν η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ.
Στη δήλωση των ηγετών που ακολούθησε (και η οποία ήταν σε ανάλογη γραμμή με αυτή του ΝΑΤΟ που προηγήθηκε), υπάρχουν αναφορές κατά της Ρωσίας και του προέδρου Πούτιν, χαιρετίζοντας τις έρευνες των διεθνών μηχανισμών για εγκλήματα πολέμου και τονίζοντας ότι «η πολιορκία της Μαριούπολης και άλλων ουκρανικών πόλεων και η άρνηση ανθρωπιστικής πρόσβασης από τις ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις είναι απαράδεκτες».
«Δεν θα σταματήσουμε τις προσπάθειες για να καταστήσουμε τον πρόεδρο Πούτιν και τους αρχιτέκτονες και υποστηρικτές αυτής της επίθεσης, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος Λουκασένκο στη Λευκορωσία, υπόλογους για τις πράξεις τους», αναφέρεται επίσης στο κείμενο των δηλώσεων της ομάδας των 7.
Παράλληλα, υπάρχει σαφής προειδοποίηση προς τη Μόσχα ενάντια «σε κάθε απειλή χρήσης χημικών, βιολογικών και πυρηνικών όπλων ή συναφών υλικών», σημειώνεται ότι η ρωσική επίθεση έχει ήδη θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων στην Ουκρανία και καλείται η Μόσχα «να συμμορφωθεί με τις διεθνείς υποχρεώσεις της».
Στο θέμα της ενέργειας, αναφέρεται ότι λαμβάνονται περαιτέρω μέτρα για μειωθεί η σχετική εξάρτηση από τη Μόσχα. Τονίζεται επίσης ότι «θα διασφαλίσουμε ασφαλείς εναλλακτικές και βιώσιμες προμήθειες και θα ενεργήσουμε με αλληλεγγύη και στενό συντονισμό σε περίπτωση πιθανών διαταραχών του εφοδιασμού», καθώς και ότι «δεσμευόμαστε να υποστηρίξουμε ενεργά τις χώρες που επιθυμούν να μειώσουν σταδιακά την εξάρτησή τους από τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου, πετρελαίου και άνθρακα».
Υπογραμμίζεται επίσης ότι ο πόλεμος θέτει την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια υπό αυξημένη πίεση, με το G7 να δεσμεύεται ότι θα παρακολουθεί στενά την κατάσταση και ότι θα πράξει «ό,τι είναι απαραίτητο για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της εξελισσόμενης παγκόσμιας κρίσης επισιτιστικής ασφάλειας».
