Ο πόλεμος Λονδίνου-Βρυξελλών για τα εμβόλια, η υπογραφή διαταγμάτων από τον Τζο Μπάιντεν για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η διογκούμενη δυσφορία της γαλλικής νεολαίας απέναντι στο ενδεχόμενο επιβολής μιας νέας τρίτης καραντίνας συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, οι Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους : «Τα αποθέματα του εμβολίου για την Covid-19 στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι περισσότερα απ΄ όσα χρειάζονται» με το σχετικό ρεπορτάζ να τονίζει ότι η Βρετανία θα μπορούσε να δώσει σε άλλες χώρες σύμφωνα με τα όσα είπαν πηγές των φαρμακευτικών βιομηχανιών σε συντάκτες της εφημερίδας. Προσθέτει ότι ήδη η Βρετανία έχει εξασφαλίσει τις δόσεις που χρειάζεται για να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού. Όπως υπογραμμίζει ο Μπόρις Τζόνσον δήλωσε ότι οι απειλές της ΕΕ να διακόψουν την τροφοδοσία της χώρας του με εμβόλια θα αποτύχουν. Για το ίδιο θέμα ο Independent έχει τίτλο : «Παραδώστε μας τα εμβόλια λένε οι Βρυξέλλες στην Βρετανία» και τονίζει ότι Βρυξέλλες και Λονδίνο βρίσκονται στα πρόθυρα πολέμου με την επίτροπο Υγείας Στέλλα Κυριακίδου να στέλνει αυστηρό μήνυμα στην AstraZeneca μετά την ανακοίνωσή της ότι θα παραδώσει 60% λιγότερα εμβόλια απ΄ αυτά που είχαν συμφωνηθεί. Στο έτερο πρωτοσέλιδο θέμα της η εφημερίδα έχει τίτλο : «Ο Μπάιντεν ξεκινά την εργασία του για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης» με το κύριο άρθρο να επισημαίνει ότι ο νέος Αμερικανός πρόεδρος άρχισε χθες την υπογραφή διαταγμάτων που σχετίζονται με την αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής, αναφορικά με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Στη Γαλλία, η Le Monde έχει τίτλο : « Η κυβέρνηση απέναντι στη δυσφορία των νέων» με το κύριο άρθρο να υπογραμμίζει ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γκαμπριέλ Ατάλ τόνισε ότι η απαγόρευση κυκλοφορίας δεν ανακόπτει επαρκώς την πορεία της πανδημίας. Προσθέτει δε ότι καθώς το ενδεχόμενο μιας νέας καραντίνας καθίσταται όλο και πιο ορατό η επιστροφή των μαθητών στα θρανία σε μία εβδομάδα αποτελεί αντικείμενο διαμάχης στους κόλπους κυβέρνησης και επιστημόνων. Σε έτερο πρωτοσέλιδο θέμα της η εφημερίδα έχει τίτλο : «Η φυσιολογική προεδρία του Τζο Μπάιντεν» επισημαίνοντας ότι ο Μπάιντεν προσπαθεί να μειώσει την ένταση, επισημαίνοντας ωστόσο ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει την μερίδα των Ρςπουμπλικάνων που παραμένουν πιστοί στον απελθόντα πρόεδρο Τραμπ.

Στη Γερμανία, Handelsblatt επισημαίνει ότι «το νέο ελληνικό ομόλογο γίνεται περιζήτητο στην αγορά». Σημειώνει ότι «η απόδοση του ομολογιακού δανείου, που διαρκεί μέχρι τις 18 Ιουνίου του 2031, φτάνει το 0,79% σύμφωνα με πηγές της αγοράς. Είναι το χαμηλότερο επιτόκιο για νέο, δεκαετές χρεόγραφο από το 2001, όταν η Ελλάδα προσχώρησε στο ευρώ. Η τελευταία έξοδος στην αγορά για τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους ήταν τον Σεπτέμβριο του 2020 με δεκαετές ομόλογο. Η απόδοσή του κυμαινόταν ακόμη στο 1,22%». Σημειώνει ακόμη ότι «η μεγάλη ζήτηση για τα χρεόγραφα είναι αξιοσημείωτη και προσθέτει ότι η JP Morgan εκτιμά ότι ήδη το 2022 η Ελλάδα θα ανέλθει στην κατηγορία των πιστωτών που αποτελούν επενδυτική επιλογή. Για τους επενδυτές που αγοράζουν τώρα, αυτή η πρόβλεψη τροφοδοτεί ελπίδες για μελλοντικά κέρδη».

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού τις ΗΠΑ τέλος, οι “New York Times” έχουν πρωτοσέλιδο τίτλο : «Σχεδόν ο καθένας παραμένει υπό μεγάλο ρίσκο να μολυνθεί από την Covid-19» με το κύριο άρθρο να γράφει ότι, παρά τη σχετική μείωση των κρουσμάτων σε ορισμένες Πολιτείες, αλλά και την συνέχιση της καμπάνιας του εμβολιασμού τα κρούσματα παραμένουν ακόμη σε υψηλό βαθμό. Στο έτερο πρωτοσέλιδο θέμα της επισημαίνει ότι σύμφωνα με τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες ασφαλείας οι εξτρεμιστές Ρεπουμπλικάνοι εξακολουθούν να συνιστούν απειλή για τη δημοκρατία των ΗΠΑ.
