Ανακούφιση μετά… πολλών αναπάντητων ακόμη ερωτημάτων και περίσσιου προβληματισμού προκαλεί η -αμφισβητούμενη από τον Ντόναλντ Τραμπ- εκλογή του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν στην αμερικανική προεδρία.
Θα είναι ομαλή η κρίσιμη μεταβατική περίοδος ή ο νυν ένοικος του Λευκού Οίκου θα κάνει -όπως απειλεί- τους αμερικανικούς θεσμούς… Κούγκι; Θα μπορέσει ο Μπάιντεν να εφαρμόσει τη διπλωματική ατζέντα του, εφόσον οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν, όπως διαφαίνεται, τον έλεγχο της Γερουσίας;

Μοιραία, ένα εξίσου κρίσιμο -προφανώς κατ’ ιδίαν διατυπωμένο από πολλούς- ερώτημα αφορά την απρόσκοπτη ολοκλήρωση της πρώτης -και προφανώς μοναδικής- προεδρικής θητείας του 77χρονου (γηραιότερου στα αμερικανικά χρονικά) 46ου Αμερικανού προέδρου, στο πολιτικό πλευρό του οποίου στέκει πια, σε μία ιστορική γυναικεία πρώτη, η κατά τα λοιπά ελάχιστα γνωστή για τις θέσεις της στην εξωτερική πολιτική 56χρονη εκλεγμένη αντιπρόεδρος, Κάμαλα Χάρις.

Προς το παρόν, ο Τύπος και οι κυβερνήσεις -κυρίως στη Δύση- επιλέγουν, μαζί με τα συχαρίκια τους, αισιόδοξους τόνους. Κατ’ αρχήν για την επούλωση των εσωτερικών πληγών της Αμερικής, με την ελπίδα ότι, έτσι, οι ΗΠΑ θα βγουν από την εσωστρέφεια της θητείας Τραμπ και θα επανέλθουν στο διεθνές προσκήνιο. Κι αυτό, υπό την αίρεση μιας στροφής στην πολυμέρεια, που πρεσβεύει ο -επί έτη επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας- Μπάιντεν.
Ομως ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ «θα πρέπει να βρει γρήγορα απαντήσεις στις απειλές στην οικονομία και τον άμεσο κίνδυνο της πανδημίας», γράφει η γερμανική Die Zeit, και «είναι απίθανο ότι μπορεί από μόνος του να συμφιλιώσει τη χώρα. Παραμένει αδιανόητο ο Ντόναλντ Τραμπ να παραδεχτεί την ήττα του. Δεν τελειώσαμε ακόμα με τους κλυδωνισμούς της δημοκρατίας»…

«Οι ΗΠΑ θα παραμείνουν κλεισμένες στον εαυτό τους», εκτιμά ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Μάρκους Κάιμ. Συνέπεια; «Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να μάθουν να ζουν χωρίς την αμερικανική ηγεσία», σημειώνει ο διευθυντής του Institut Jacques Delors, Σεμπαστιάν Μαγιάρ.

Το διακύβευμα συνόψισε -με φόντο έναν συντονισμένο ορυμαγδό συγχαρητήριων αναρτήσεων από τους ηγέτες των «27» στο twitter- ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοζέπ Μπορέλ. Θα χρειαστεί «να ξαναχτίσουμε», παραδέχτηκε με νόημα, «την εταιρική μας σχέση».
Πόσο μάλλον εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, καθιστώντας -κατά τη διευθύντρια του Instituto Affari Internazionali, Νάταλι Τότσι- την κυβέρνηση Μπάιντεν «ένα φυλακισμένο καναρίνι».

«Το να πιστεύουμε σε μια επιστροφή στη “χρυσή εποχή” των διατλαντικών σχέσεων, σημαίνει ότι αγνοούμε την εξέλιξη των ΗΠΑ και το διεθνές πλαίσιο», επισημαίνει ο Γάλλος ευρωβουλευτής Αρνό Ντανζάν, ειδικός σε θέματα άμυνας, προβλέποντας «ένα δύσκολο ξύπνημα» μετά την αρχική ευφορία.
Για ανάλογο δύσκολο «ξύπνημα», χωρίς όμως αντίστοιχη ευφορία, ετοιμάζονται -πίσω από τα θερμά συγχαρητήρια μηνύματα- και ευνοημένοι από τον πρόεδρο Τραμπ (αυταρχικοί και μη) ηγέτες στη Μέση Ανατολή: από τη Σαουδική Αραβία, έως την Αίγυπτο και το Ισραήλ.
Μοναδική ίσως, πλην εσκεμμένη παραφωνία στο ευρύτερο διπλωματικό καλωσόρισμα της προεδρίας Μπάιντεν, ήταν αυτή του Ιράν. Χαμηλώνοντας εντέχνως τον πήχη των προσδοκιών για τη διάσωση της διεθνούς συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, ο Ιρανός ανώτατος ηγέτης, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, χαρακτήρισε τις αμερικανικές εκλογές «θέαμα» και δείγμα μιας «σαφούς πολιτικής και ηθικής παρακμής του αμερικανικού καθεστώτος».
«Πάντα έτοιμος για διάλογο» με τις ΗΠΑ δήλωσε ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, κόντρα στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με την Ουάσινγκτον.
Διά της… σιωπής τους έλαμπαν, αντίθετα, μέχρι και χθες το βράδυ δύο από τους πιο «καλούς φίλους» του Ντόναλντ Τραμπ, ο Τούρκος αυταρχικός πρόεδρος Ερντογάν και ο Βραζιλιάνος ακροδεξιός ομόλογός του, Ζαΐρ Μπολσονάρο, καθώς και οι ηγέτες των γεωπολιτικών αντιπάλων της Ουάσινγκτον. Ητοι οι πρόεδροι της Κίνας και της Ρωσίας, Σι και Πούτιν…
