ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο αριθμό προκλήσεων που έχει διαχειριστεί Αμερικανός πρόεδρος από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκεται ο Τζο Μπάιντεν. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ αναλαμβάνει καθήκοντα τον επόμενο Ιανουάριο και καλείται να κολυμπήσει αμέσως στα βαθιά. Η θητεία του ξεκινά εν μέσω υγειονομικής, οικονομικής, κοινωνικής και κλιματικής κρίσης και, για να φέρει αποτελέσματα, θα χρειαστεί τη στήριξη του Κογκρέσου.

Ο ίδιος έχει διαμηνύσει ότι θα αξιοποιήσει τον νόμο DPA (defense production act) που παρέχει στον πρόεδρο ευρείες εξουσίες προκειμένου να υποχρεώσει μεταξύ άλλων τις αμερικανικές επιχειρήσεις να προβούν στις αναγκαίες δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας και την προστασία του προσωπικού τους.

Στα σχέδιά του περιλαμβάνονται επίσης υψηλότερες δαπάνες για τους ανέργους, περισσότερα τσεκ στους πολίτες που πλήττονται οικονομικά από την πανδημία, σεισάχθεια για κάποια φοιτητικά δάνεια και περισσότερη βοήθεια στις μικρές επιχειρήσεις. Ολα αυτά θα περιλαμβάνονται στο νέο πακέτο στήριξης της οικονομίας απέναντι στην πανδημία που λόγω έλλειψης συναίνεσης στο Κογκρέσο δεν υιοθετήθηκε νωρίτερα.

Περιβάλλον, οικονομία

Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, ο Μπάιντεν σχεδιάζει να δαπανήσει σημαντικά ποσά και για την κλιματική αλλαγή. Εχει υποσχεθεί ομοσπονδιακές επενδύσεις 1,7 τρισ. δολαρίων για την επόμενη δεκαετία, με στόχο οι ΗΠΑ να αποτελούν ώς το 2035 μια 100% οικονομία καθαρής ενέργειας και το αργότερο ώς το 2050 να έχει στην επικράτεια τις μηδενικές εκπομπές ρύπων. Ο Μπάιντεν έχει ακόμη υποσχεθεί την αναμόρφωση των υποδομών προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κτίρια, νερό, συγκοινωνίες, μεταφορές ενεργειακές εγκαταστάσεις θα αντέξουν από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Oι ΗΠΑ, τέλος, όπως έχει διαμηνύσει, θα επιστρέψουν στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα.

Οι αυξημένες δαπάνες που υπόσχεται θα απαιτήσουν χρήμα από τα δημόσια ταμεία, τα οποία όμως βρίσκονται σε κακά χάλια έπειτα από μια τετραετία Trumponomics. Ο Ντόναλντ Τραμπ αφήνει φεύγοντας πίσω του καμένη γη. Το δημόσιο έλλειμμα του οικονομικού έτους 2020 που έληξε στο τέλος Σεπτεμβρίου άγγιξε τα 3,13 τρισ. δολάρια και ήταν το μεγαλύτερο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο χτίσιμο αυτού, μείζονα ρόλο διαδραμάτισε η φορολογική πολιτική του Τραμπ, που ψηφίστηκε αμέσως μετά την ανάληψη της προεδρίας και είχε ως αποτέλεσμα την απαλλαγή πλουσίων και μεγάλων επιχειρήσεων από φόρους 1,5 τρισ. δολαρίων. Ο Μπάιντεν έχει δεσμευθεί «ότι θα ακυρώσει μεγάλο μέρος αυτής της πολιτικής».

Μεταξύ άλλων, έχει προαναγγείλει την αύξηση του συντελεστή φορολόγησης των εταιρειών στο 28% από 21% που είχε θεσπίσει ο Τραμπ και 35% που ήταν πριν από αυτόν, φορολόγηση των κερδών των αμερικανικών εταιρειών στο εξωτερικό με έναν ελάχιστο συντελεστή, ποινολόγιο για τις εταιρείες που εξάγουν θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, αύξηση της φορολόγησης όσων κερδίζουν πάνω από 400.000 δολάρια τον χρόνο και επαναφορά του ανώτατου συντελεστή φορολόγησης εισοδήματος στο 39,6%.

Γρίφο αποτελεί η στάση που θα κρατήσει ο Μπάιντεν απέναντι στις μεγάλες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας (Google, Amazon, Faceook, Apple κ.λπ.), οι οποίες έχουν αποκτήσει τεράστια οικονομική και πολιτική ισχύ. Η διάλυση των ψηφιακών τους μονοπωλίων δείχνει πλέον ότι αποτελεί μονόδρομο για την επιστροφή του υγιούς ανταγωνισμού και τον έλεγχό τους. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δείχνει απίθανο, ειδικά αν δεν υπάρξει ευρεία συναίνεση στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία.

Πόλεμοι και εμπόριο

Οσον αφορά τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις, η επιστροφή στο ελεύθερο εμπόριο μετά τους πολέμους και τη μονομέρεια του Ντόνταλντ Τραμπ δεν θα πρέπει να θεωρείται σίγουρη. Στην προεκλογική του καμπάνια ο Μπάιντεν υποσχέθηκε ότι η κυβέρνησή του δεν θα αγοράσει τίποτα που να μην παράγεται στην Αμερική. Εχει υποσχεθεί πρόγραμμα «Buy American» ύψους 700 δισ. δολαρίων, το οποίο θα αυξήσει τις κυβερνητικές δαπάνες για αγαθά, υπηρεσίες και έρευνα που παράγονται από τις ΗΠΑ. Οι αναλυτές εκτιμούν πως, παρότι το ύφος του Μπάιντεν είναι πολύ διαφορετικό από του Τραμπ, οι εμπορικές διενέξεις πιθανότατα θα συνεχιστούν.