Η αδυναμία των βρετανικών υπηρεσιών Υγείας να πραγματοποιήσουν όσα τεστ πρέπει για τον κορονοϊό καθώς τα κρούσματα αυξάνονται με γοργούς ρυθμούς, η ανακοίνωση του κλεισίματος εργοστασίου της Bridgestone στη Γαλλία και η εγκατάσταση κινέζων κυβερνητικών αξιωματούχων μέσα στα σπίτια της μουσουλμανικής μειονότητας του Ουιγούρων στην Κίνα, συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία ο Independent έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Η ζήτηση για τα τεστ είναι έως τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τα αποθέματα» με το κύριο άρθρο να υπογραμμίζει ότι η ζήτηση για τεστ είναι τρείς έως τέσσερις φορές υψηλότερη από τον αριθμό των διαθέσιμων λόγω της μεγάλης αύξησης των κρουσμάτων. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε προς τους βουλευτές, η βαρόνη Ντίντο Χάρντινγκ επικεφαλής του Εθνικού Συστήματος Υγείας, οι μέγιστες δυνατότητες διεξαγωγής τους είναι 247.000 όταν ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι στόχος είναι η διεξαγωγή περισσότερων από 500.000 ημερησίως. Το δημοσίευμα τονίζει ακόμη ότι η αύξηση των κρουσμάτων της νόσου έχει φθάσει στο 167% σε σύγκριση με την προηγούμενη εβδομάδα, καθιστώντας όλο και πιο ορατό το ενδεχόμενο ενός νέου γενικευμένου lockdown.

Στη Γαλλία, η Le Monde, όπως και οι περισσότερες εφημερίδες κάνει εκτενή αναφορά στο επικείμενο για το 2021 κλείσιμο του ιαπωνικού εργοστασίου της Bridgestone στην Μπετούν το οποίο απασχολεί 863 εργαζομένους, με την κυβέρνηση να τονίζει ότι αντιτίθεται στα ιαπωνικά σχέδια. Στο έτερο πρωτοσέλιδο θέμα της η εφημερίδα αποκαλύπτει ότι η κινεζική κυβέρνηση ξεπέρασε κάθε όριο παραβίασης των προσωπικών ελευθεριών της μουσουλμανικής μειονότητας των Ουιγούρων εγκαθιστώντας ακόμη και μέσα στα σπίτια τους κυβερνητικούς υπαλλήλους, οι οποίοι ελέγχουν την συμπεριφορά τους και την πιθανή αντικυβερνητική στάση τους. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας οι υπάλληλοι αυτοί τρώνε και κοιμούνται ακόμη και στα υπνοδωμάτια των ζευγαριών ή των παιδιών, ενώ δεν λείπουν οι καταγγελίες ακόμη και για βιασμούς.

Στη Γερμανία η Handelsblatt σχολιάζει ότι «δεν είναι μόνο το πεδίο των ελληνοτουρκικών στο οποίο η Άγκυρα προκαλεί με την στάση της». Επισημαίνει ότι : «Στη Λιβύη ο Τούρκος πρόεδρος επιδιώκει εδώ και καιρό δικούς του στόχους και αντιτίθεται στη Γαλλία. Στην Ουκρανία, η Άγκυρα ενισχύει δεσμούς με φίλα προσκείμενες δυνάμεις στην κυβέρνηση. Και παράλληλα εδώ και καιρό επεκτείνει την ισχύ της στα Βαλκάνια, με εταιρικές πολιτικές σχέσεις, οικονομική συνεργασία και χρηματοδότηση τζαμιών». Για το ενδεχόμενο κυρώσεων προς την Τουρκία η οικονομική εφημερίδα του Ντίσελντορφ παρατηρεί: «Οι απειλές κυρώσεων προς τον Ερντογάν συχνά δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αντίθετα διεγείρουν κάποιου είδους αντανακλαστικά ενότητας, τα οποία εκτείνονται μέχρι τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αυτά τα αντανακλαστικά καταδεικνύουν ότι ακόμη και με μια κυβερνητική αλλαγή, η εξωτερική πολιτική της Άγκυρας θα παραμείνει σε μια επιθετική κατεύθυνση. Αυτό που απαιτείται είναι μια προσέγγιση που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες : η Τουρκία έχει εγκαταλείψει το ευρωπαϊκό σύστημα αξιών αλλά είναι ένας απαραίτητος εταίρος σε πολλούς τομείς. Επομένως η Τουρκία δεν πρέπει να συγκριθεί με την Ιταλία, την Ουγγαρία ή την Κροατία. Αλλά μάλλον με την Κίνα – όχι λόγω του μεγέθους της, αλλά λόγω της αυξανόμενης αποξένωσης και εξάρτησης».

Στις ΗΠΑ τέλος η Washington Post έχει τίτλο : «Ο Τραμπ επιτίθεται στα δημόσια σχολεία» και στο ρεπορτάζ υπογραμμίζει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπέλυσε επίθεση στα δημόσια σχολεία υποστηρίζοντας ότι οι δάσκαλοι έχουν μια αριστερή «ατζέντα» επιθετική απέναντι τους «πατέρες του Έθνους», διδάσκοντας τα παιδιά την ιστορία της σκλαβιάς και του ρατσισμού πλήττοντας έτσι τις ιδρυτικές αρχές των ΗΠΑ. Μάλιστα ο Αμερικανός πρόεδρος είπε ότι θα συγκροτήσει μια πανεθνική επιτροπή για να προωθήσει την αλήθεια και τις αξίες της σπουδαίας ιστορίας της χώρας του.
