Η χθεσινή τρομοκρατική επίθεση με μαχαίρι στο Λονδίνο, η περαιτέρω απομόνωση της Κίνας λόγω του κορονοϊού, η αναζήτηση από τους Δημοκρατικούς, αξιόμαχου αντιπάλου του Τράμπ για τις προεδρικές του 2020, καθώς και η βράβευση του Μάριο Ντράγκι για τη διάσωση του ευρώ, συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις της ημέρας που ξεχωρίζουν στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, κυρίαρχο θέμα στον Τύπο, αποτελεί η χθεσινή τρομοκρατική επίθεση με μαχαίρι στο Λονδίνο. Έτσι οι Times γράφουν στο τίτλο τους : «Ο τρόμος επιστρέφει στους δρόμους του Λονδίνου» και στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα τονίζει ότι, η αστυνομία σκότωσε έναν τρομοκράτη, ο οποίος είχε προσφάτως αποφυλακιστεί και παρακολουθείτο από την Αντιτρομοκρατική, μετά από τις επιθέσεις που εξαπέλυσε με μαχαίρι μήκους 33 εκατοστών, εναντίον περαστικών σε πολυσύχναστο δρόμο της βρετανικής πρωτεύουσας. Πρόκειται, όπως ανακοίνωσε η αστυνομία, για τον 20χρονο Σουντές Αμάν από το βόρειο Λονδίνο, ο οποίος φυλακίστηκε πριν από 14 μήνες επειδή στην κατοχή του βρέθηκαν έγγραφα του «Ισλαμικού Κράτους» καθώς και εγχειρίδιο για το πώς να επιφέρει θανατηφόρα πλήγματα με μαχαίρι. Στο έτερο πρωτοσέλιδο θέμα της η εφημερίδα φιλοξενεί τη δήλωση αδιαλλαξίας του Μπόρις Τζόνσον, σύμφωνα με την οποία «θα προτιμούσε να επιβληθούν δασμοί στη χώρα του, παρά να υπακούσει στους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Στη Γαλλία, η Le Figaro γράφει στον τίτλο της : «Απέναντι στον Τραμπ, οι Δημοκρατικοί αναζητούν έναν πρωταθλητή» και στο κύριο άρθρο η εφημερίδα τονίζει ότι καθώς σήμερα η Αϊόβα είναι η πρώτη Πολιτεία που θα ψηφίσει για τον υποψήφιο που θα αντιμετωπίσει τον Τράμπ στις επόμενες προεδρικές, πρέπει να βρει έναν υποψήφιο, ο οποίος θα αντιπαρατεθεί με αξιώσεις απέναντι στον Ρεπουμπλικάνο πρόεδρο, ο οποίος επιχειρεί να επανεκλεγεί για μια ακόμη τετραετία.

Στη Γερμανία, στη βράβευση του Μάριο Ντράγκι με το παράσημο του Σταυρού της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας για τις υπηρεσίες που προσέφερε για τη διάσωση του ευρώ, αναφέρεται η «Frankfurter Allgemeine Zeitung». Υπό τον τίτλο «Οι Έλληνες του Ντράγκι» η εφημερίδα σημειώνει ότι : «Στη Γερμανία η βράβευσή του είναι αμφιλεγόμενη. Τι να λένε άραγε οι Έλληνες; Εκεί συνέβη κάτι την περασμένη εβδομάδα που ασφαλώς δεν θα ήταν εφικτό χωρίς τις ενέργειες του Ντράγκι», σχολιάζει η εφημερίδα παραπέμποντας στην επιτυχή έκδοση του 15ους ομολόγου με επιτόκιο 1,8%. «Αρχές της δεκαετίας του 2010 η εικόνα ήταν διαφορετική. Την εποχή εκείνη οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων εκτοξεύονταν σε δυσθεώρητα ύψη και η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Τότε ανέλαβε δράση ο Ντράγκι. Με την περίφημη φράση ότι θα κάνει ό,τι χρειαστεί για τη διάσωση του ευρώ (whatever it takes) κατέστησε σαφές στις αγορές ότι όσο δικαιολογημένο κι αν ήταν -δεδομένης της εύθραυστης κατάστασης- το ότι στοιχημάτιζαν στη χρεοκοπία της Ελλάδας, η ΕΚΤ δεν θα επέτρεπε μια τέτοια εξέλιξη. Υπό αυτό το πρίσμα η Ελλάδα χρωστά ασφαλώς περισσότερα στον Ντράγκι απ΄ ότι η Γερμανία. Ωστόσο εξακολουθεί να είναι η εκπληκτική επιστροφή της χώρας στις χρηματαγορές απότοκο της τότε πολιτικής διάσωσης του ευρώ; Μπορεί η Ελλάδα να έχει σταθεροποιηθεί και η οικονομία καταγράφει ελαφρά ανάπτυξη. Η ανεργία είναι όμως υψηλότερη απ΄ ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη ενώ οι τράπεζες έχουν στα βιβλία τους μεγάλο όγκο προβληματικών δανείων. Παρά την αναβάθμιση της Ελλάδας από τους Οίκους Αξιολόγησης η υψηλή ζήτηση των ομολόγων δεν έχει τόσο σχέση με την οικονομική ανάπτυξη αλλά περισσότερο με το γεγονός ότι στην Ευρωζώνη υπάρχουν ελάχιστα κρατικά ομόλογα που έχουν θετικές αποδόσεις. Την ίδια ώρα το χρέος της Ελλάδας εξακολουθεί να βρίσκεται στο 180%. Και αυτό συνιστά κάτι το ανησυχητικό».

Στις ΗΠΑ τέλος, η Washington Post έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Αυξάνεται η απομόνωση της Κίνας με απαγορεύσεις ταξιδιών» με το κύριο άρθρο να τονίζει, μεταξύ άλλων ότι, το ένα κράτος μετά το άλλο, κλείνει τα σύνορα στους κινέζους ταξιδιώτες, καθώς ο απολογισμός από τον ιό αυξάνεται διαρκώς. Όπως ακόμη τονίζει η εφημερίδα, «η διαρκώς κλιμακούμενη απομόνωση της Κίνας απειλεί να εξελιχθεί σε ένα γεωπολιτικό παιχνίδι, αυξάνοντας την ήδη υπάρχουσα σινοαμερικανική ένταση και με εν δυνάμει σημαντικό αντίκτυπο στη διεθνή οικονομία».
