Η σοβούσα πολιτική κρίση στη Βενεζουέλα, οι νέες προσπάθειες της Τερέζα Μέι να προτείνει εναλλακτική πρόταση για το brexit στις Βρυξέλλες, ο διχασμός που έχει προκαλέσει στο γαλλικό κυβερνών κόμμα, το νομοσχέδιο που προβλέπει αυστηρότερες ποινές στους διαδηλωτές που ασκούν βία και προκαλούν ζημιές στη δημόσια περιουσία, καθώς και τα δημοσιεύματα του γερμανικού οικονομικού τύπου για την απρόσμενα μεγάλη ζήτηση των επενδυτών για το νέο ελληνικό πενταετές ομόλογο, συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις που ξεχωρίζουν στο σημερινό διεθνή τύπο.
Στη Βρετανία, ο Guardian γράφει στο πρωτοσέλιδό του «Η Μέι πηγαίνει πίσω στις Βρυξέλλες, αλλά η Ε.Ε. λέει : τίποτε δεν έχει αλλάξει» με το σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας να αναφέρει ότι δόθηκε στην κ. Μέι προθεσμία δυο εβδομάδων προκειμένου να επανεξετάσει τη συμφωνία για την έξοδο της χώρας της από την Ε.Ε. και προσθέτει ότι ενώ απομένουν μόλις 59 ημέρες από την ημερομηνία εξόδου της Βρετανίας, οι βουλευτές ενέκριναν με μικρή διαφορά τροποποιήσεις του στελέχους των Τόρις Γκράχαμ Μπράντι στις ποίες προβλέπεται η αντικατάσταση των ιρλανδικών συνόρων με άλλους εναλλακτικούς τρόπους και προσθέτει ότι ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, δήλωσε ότι “η Ένωση η δεν είναι προετοιμασμένη να επανεξετάσει το ζήτημα της συμφωνίας.
Οι Times από την πλευρά τους έχουν τίτλο «Η Μέι ενώνει τους Τόρις με νέες συνομιλίες με τις Βρυξέλλες» και στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα υπογραμμίζει ότι η Βρετανή πρωθυπουργός θα ξαναπάει στη βελγική πρωτεύουσα προκειμένου να ζητήσει νέους συμβιβασμούς αναφορικά με την επικείμενη έξοδο της χωράς της από την Ε.Ε..
Στη Γαλλία, η Le Figaro γράφει στο πρωτοσέλιδό της «Η πλειοψηφία διχάζεται για το νόμο που αφορά αυτούς που προκαλούν ζημιές στις διαδηλώσεις» και στο κύριο άρθρο τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος έχει ξεσπάσει έντονη διαφωνία αναφορικά με σχέδιο νόμου, το οποίο έχει στόχο να αυξήσει τις ποινές για όσους διαδηλωτές ασκούν βία και επιδίδονται σε καταστροφές δημόσιας περιουσίας, χωρίς ωστόσο να εμποδίσουν την ελεύθερη διεξαγωγή των διαδηλώσεων.

Στη Γερμανία, για συναγωνισμό μεταξύ των επενδυτών για το νέο ελληνικό πενταετές ομόλογο κάνει λόγο σε άρθρο της η Handelsblatt και σημειώνει πως η ζήτηση ήταν «απρόσμενα μεγάλη» και πως «αυτό που πριν μερικές ημέρες έμοιαζε σαν μια απρόβλεπτη παρτίδα σκάκι σήμερα είναι απόλυτη επιτυχία». Η εφημερίδα σημειώνει: «Η έκδοση ήταν μια σημαντική δοκιμασία για την Ελλάδα. Η Αθήνα μετά από οκτώμισι χρόνια που εξαρτιόταν με το σταγονόμετρο από τις πιστώσεις βοήθειας, εγκατέλειψε τον περασμένο Αύγουστο τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης. Χάρη σε ένα δίχτυ ασφαλείας από το πακέτο βοήθειας αλλά και από ίδιους πόρους, συνολικού ύψους πάνω από 26 δισεκατομμύρια ευρώ, η χώρα χρηματοδοτήθηκε για πάνω από δυο χρόνια και δεν χρειάζεται προς το παρόν φρέσκο χρήμα. Η καλή απόδοση του ομολόγου την Τρίτη (29.01) είναι επίσης μια καλή είδηση για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τις τράπεζες, οι οποίες μπορούν να αποκτήσουν καλύτερη προοπτική και να εξασφαλίσουν φρέσκο χρήμα από την αγορά».
H Frankfurter Allgemeine Zeitung επιγράφει το δημοσίευμά της με τον τίτλο «Η Ελλάδα επιστρέφει στις αγορές». Η εφημερίδα σημειώνει: «Προσφορές πάνω από 10 δισεκατομμύρια ευρώ κατατέθηκαν την Τρίτη για την πρώτη έκδοση ελληνικού ομολόγου από το 2014. Πρόκειται για ένα 5ετές ομόλογο 2,5 δισ. ευρώ με επιτόκιο 3,6%. Η έκδοση του ομολόγου δεν είναι αποτέλεσμα οικονομικών δυσχερειών της Αθήνας. Η κυβέρνηση χάρη στα αποθέματα ρευστότητας ύψους 26 δισεκατομμυρίων ευρώ δεν εξαρτάται από τη ρευστοποίηση του ομολόγου, αναφέρει η εταιρεία επενδύσεων Union Investment της Φρανκφούρτης. Με την έκδοση του ομολόγου το κράτος θέλει να αποδείξει τις δυνατότητές του στην αγορά από την οποία επωφελείται και η ελληνική ιδιωτική οικονομία’. Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος σχολίασε το αποτέλεσμα λέγοντας πως ‘ξεπέρασε κάθε προσδοκία’».
Το μεγάλο διεθνές θέμα πάντως που συνεχίζει να κυριαρχεί είναι η πολιτική κρίση στη Βενεζουέλα. Η Süddeutsche Zeitung επικεντρώνεται στο ρόλο των ΗΠΑ και σχολιάζει: «Οι ΗΠΑ και οι δήθεν προσπάθειές για εκδημοκρατισμό της Λατινικής Αμερικής είναι μια φρικτή ιστορία. Μια ιστορία γεμάτη ψέματα και επεμβάσεις, οι οποίες συχνά τα έκαναν όλα χειρότερα. Για το λόγο αυτο μπορεί κανείς να παρατηρεί με μεγάλο σκεπτικισμό την ανάμειξη των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα».
Και η εφημερίδα συνεχίζει λίγο παρακάτω: «Η αλλαγή εξουσίας είναι απαραίτητη. Αυτή τη φορά κατ´εξαίρεση δεν πρόκειται για μεγάλες ιδεολογίες. Κάποιοι αριστεροί δεν θέλουν ίσως να το καταλάβουν αλλά η κυβέρνηση του Μαδούρο δεν είναι σε καμία περίπτωση αριστερή. Πρόκειται για μια εγκληματική ελίτ, η οποία ληστεύει τη χώρα, η οποία έχει οδηγηθεί σε μια ανθρωπιστική καταστροφή. Η αντιπολίτευση δεν είναι σίγουρα μια ομάδα ανθρωπιστών ωστόσο υπόσχεται να επιτρέψει να δοθεί άμεσα βοήθεια στη χώρα».
Τέλος για το ίδιο θέμα η Stuttgarter Zeitung υπογραμμίζει πως πολλές ευρωπαϊκές χώρες βιάστηκαν να υιοθετήσουν τις θέσεις του Αμερικανού Προέδρου: «Ο Τραμπ μπορεί να έχει δίκιο όταν λέει πως στη Βενεζουέλα κυριαρχεί μια καταστροφική δικτατορία – υπάρχουν πολλές από αυτές στον κόσμο – και κανείς δεν αντιλέγει να αφαιρέσει τα χρήματα από το πετρέλαιο από το καθεστώς του Μαδούρο, να ασκήσει δηλαδή οικονομική πίεση. Ωστόσο θα έπρεπε ο ίδιος ο λαός να αφαιρεί την εξουσία από τους μη προσφιλείς ηγέτες και να ξεκαθαρίζει την πολιτική κατάσταση στη χώρα του».

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, τις ΗΠΑ η Washington Post γράφει στον τίτλο της «Η Ρωσία προσέφερε στη Βόρειο Κορέα μια μυστική συμφωνία για τα πυρηνικά» και στο σχετικό ρεπορτάζ επισημαίνει ότι Ρώσοι αξιωματούχοι έκαναν μυστική πρόταση προς το καθεστώς της Πιονγιάνγκ το περασμένο φθινόπωρο με στόχο την διευθέτηση του αδιεξόδου που είχε προκληθεί μεταξύ των ΗΠΑ και της Βορείου Κορέας.
