Η παγκόσμια ανησυχία για την οικονομική κρίση που πλήττει την Τουρκία και την Αργεντινή, η εσωκομματική διαμάχη στους κόλπους του βρετανικού Εργατικού Κόμματος λόγω των αντισημιτικών δηλώσεων του ηγέτη του Τζέρεμι Κόρμπιν, η διαπίστωση επιστημόνων ότι η κλιματική αλλαγή βλάπτει σοβαρά την ποιότητα βασικών διατροφικών αγαθών όπως το σιτάρι και το ρύζι, οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, οι οποίες αναδεικνύονται ως ένα δημοψήφισμα για την μέχρι τώρα πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ καθώς και η επικείμενη διακοπή της αμερικανικής βοήθειας προς τους παλαιστινίους μέσω ΟΗΕ συνιστούν ορισμένες από τις προεξάρχουσες ειδήσεις της ημέρας που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου.
Στην Βρετανία, η iPaper γράφει στον τίτλο της : «Το Εργατικό Κόμμα πρέπει να ξυπνήσει» και στο σχετικό ρεπορτάζ επισημαίνει ότι έχει ξεσπάσει διαμάχη στους κόλπους του κόμματος με τον αναπληρωτή πρόεδρο Γουάτσον να προειδοποιεί ότι κι άλλοι βουλευτές μπορεί να εγκαταλείψουν το κόμμα. Οι δηλώσεις Γουάτσον έγιναν μετά την παραίτηση του βουλευτή Φράνκ Φιλντ, ο οποίος υποστήριξε ότι η ηγεσία του Τζέρεμι Κόρμπιν καθίσταται μια «αντισημιτική δύναμη στη βρετανική πολιτική» και πρόσθεσε ότι κόμμα αποκτά έναν ολοένα και πιο ρατσιστικό χαρακτήρα. Πάντως οι πιστοί στον Κόρμπιν βουλευτές υποστηρίζουν ότι ο Φιλντ παραιτήθηκε, πριν αποφασίσει το κόμμα την απομάκρυνσή τους από τις τάξεις του.
Στη Γαλλία, η Le Monde γράφει στον τίτλο της: «Ενδιάμεσες εκλογές : ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τον Τράμπ» με το κύριο άρθρο να υπογραμμίζει ότι η εκλογική αναμέτρηση της 6ης Νοεμβρίου αποτελεί ένα είδος δημοψηφίσματος για τον πρόεδρο Τράμπ. Τονίζει δε ότι οι Δημοκρατικοί ελπίζουν ότι η μαζική κινητοποίησή τους, ειδικά σ΄ ότι αφορά στις γυναίκες θα έχει πολύ θετικά εκλογικά αποτελέσματα.
Μ΄ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα που αφορά στη παγκόσμια δημόσια υγεία καταπιάνεται η Le Figaro, η οποία γράφει στον τίτλο της : «Η ποιότητα των αγροτικών προϊόντων υποβαθμίζεται από την υπερθέρμανση του πλανήτη και στο κύριο άρθρο επισημαίνει ότι οι επιστήμονες που έκαναν αυτή τη διαπίστωση κρούουν τον κώδωνα του κίνδυνου ειδικά για το σιτάρι και το ρύζι, αγαθά τα οποία πλήττονται από τα βλαβερά ζωύφια, τα οποία πολλαπλασιάζονται με ταχυτάτους ρυθμούς λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Στη Γερμανία η οικονομική κρίση στην Τουρκία και την Αργεντινή με την κατακόρυφη πτώση των νομισμάτων τους είναι ενδεικτική του κινδύνου που ελλοχεύει και σε άλλες γοργά αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου σχολιάζει μερίδα του γερμανικού Τύπου. Ειδικότερα ο αναλυτής της Frankfurter Allgemeine Zeitung επισημαίνει ότι υπό πίεση βρίσκονται κυρίως εκείνες οι χώρες που το κράτος και οι επιχειρήσεις έχουν χρέη σε αμερικανικό δολάριο.
«Η αύξηση των βασικών επιτοκίων από τη FED οδήγησε στην ανατίμηση του δολαρίου» σημειώνει. «Αυτό σημαίνει ότι οι χώρες αυτές θα έχουν δυσκολίες να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους με το εθνικό νόμισμα. Εκτός αυτού τα δάνεια σε δολάρια ακριβαίνουν. Τέλος Μαρτίου του 2018 σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών BIZ τα δάνεια των γοργά αναπτυσσόμενων χωρών σε δολάρια ανέρχονταν σε 3,7 τρις δολάρια, 300 δισ. περισσότερα από ότι 12 μήνες πριν. Από την αρχή του χρόνου η τουρκική λίρα έχασε το 40% της αξίας της. Υπολογισμοί του Ινστιτούτου Γερμανικής Οικονομίας κατέδειξαν ότι τα δάνεια Τούρκων επιχειρηματιών σε ξένο νόμισμα κυμαίνονταν τέλος Μαΐου στα 337 δισ. δολάρια, ή 1525 δισ. λίρες Τουρκίας. Χθες ήταν 2.258 δις δολάρια».
Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Τουρκία ο σχολιαστής φιλοξενεί δηλώσεις οικονομολόγων που υποστηρίζουν ότι ναι μεν η κρίση του νομίσματός της δεν θα συμπαρασύρει σε μια μεγαλύτερη κρίση εμπιστοσύνης τις γοργά αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά λόγω του προέδρου Ερντογάν η Τουρκία θα νοιώσει την κρίση περισσότερο. «Ο αυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης του Τούρκου προέδρου αποδεικνύεται πολιτικά ριψοκίνδυνος. Επηρεάζει την νομισματική πολιτική για να εμποδίσει την αύξηση των επιτοκίων. Πόσο μεγάλοι είναι οι κίνδυνοι για τη γερμανική οικονομία είναι δύσκολο αυτήν την στιγμή να καταγράψει κανείς με νούμερα» υποστηρίζει η εφημερίδα.
Σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα την Αργεντινή ο σχολιαστής της Süddeutsche Zeitung βάζει μηδέν στις κυβερνητικές επιδόσεις του πρώην πολυεκατομμυριούχου και ποδοσφαιρικού παράγοντα Μαουρίτσιο Μάκρι, ο οποίος, όπως υπενθυμίζει, κατέκτησε την εξουσία για να συμφιλιώσει τον λαό και να αναθερμάνει την οικονομία.
«Η γονυκλισία στο ΔΝΤ έβγαλε στην επιφάνεια βαθιά ριζωμένους φόβους για αυστηρή πολιτική λιτότητας από την εποχή του 2001, 2002. Αυτό αποτέλεσε πλήγμα για την δημοτικότητά του εκτός του ότι δεν απέφερε τίποτα, αφού η ραγδαία υποτίμηση του πέσο συνεχίστηκε. Ο Μάκρι στην επικείμενη συνάντηση κορυφής του G20 στο Μπουένος Άιρες θέλει να εμφανιστεί ως παγκόσμιος παίκτης, τώρα όμως θα υποδεχθεί τους ισχυρούς του κόσμου ως ανήμπορος διαχειριστής ενός κράτους σε κρίση» καταλήγει το δημοσίευμα.
Στις ΗΠΑ τέλος, η Washington Post γράφει στο πρωτοσέλιδό της «Οι ΗΠΑ θα διακόψουν την βοήθεια του προγράμματος του ΟΗΕ» με το σχετικό ρεπορτάζ να επισημαίνει ότι η κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε να διακόψει όλες τις χρηματοδοτήσεις του προγράμματος βοήθειας του ΟΗΕ για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Όπως σχολιάζει η εφημερίδα «η ενέργεια αυτή δείχνει την αποφασιστικότητα της αμερικανικής κυβέρνησης να προχωρήσει με τα δικά της σχέδια στην επίλυση του μεσανατολικού ζητήματος.
