Μέσω του Διαδικτύου μπορείτε να βρείτε οτιδήποτε. Ένα σκυλί που χάθηκε, μια πρώην φίλη, έναν συμμαθητή που έχετε να δείτε χρόνια. Ακόμα και αν δεν είναι εκεί, θα είναι κάποιος άλλος που ξέρει πώς να τον βρείτε. Στην εποχή των social media, άλλωστε, δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγεις.
Το απόγευμα της 2ας Οκτωβρίου 2015 η Πένι Φάρμερ άνοιξε τον υπολογιστή της, συνδέθηκε στο facebook και πληκτρολόγησε το όνομα του άντρα που υποψιαζόταν ότι είχε δολοφονήσει τον αδελφό της.
Και ήταν εκεί. Mε την γκρι γενειάδα του, το καπέλο του μπέιζμπολ, τα γυαλιά ηλίου και το τζιν πουκάμισο. Και κοιτούσε -όπως σκέφτηκε η Πένι- ακριβώς όπως ένας κατά συρροήν δολοφόνος.
«Ένας Θεός ξέρει γιατί δεν τον είχα ψάξει νωρίτερα», λέει η Πένι καθώς διηγείται την ιστορία της. «Υποθέτω ότι τον είχαμε για εξαφανισμένο. Απλώς μας φαινόταν τόσο καλά κρυμμένος…»

Τον Ιούλιο του 1978 τα πτώματα του αδελφού της Πένι, Κρις, και της φίλης του, Πέτα Φράμπτον, βρέθηκαν να επιπλέουν στις ακτές της Γουατεμάλας. Είχαν βασανιστεί και ήταν δεμένα με τμήματα του κινητήρα μιας βάρκας. Ο ιατροδικαστής χαρακτήρισε φρικτή την εικόνα.
Την ίδια ώρα στο Μάντσεστερ οι γονείς του Κρις περίμεναν το επόμενο γράμμα του. Ο γιος τους, 25χρονος γιατρός, και η 24χρονη δικηγόρος Πέτα, που ήταν φίλοι από παιδιά, είχαν φύγει σε ένα εξωτικό ταξίδι. Και οι δύο έγραφαν τακτικά στις οικογένειές τους, αλλά σε εκείνη την προ-ψηφιακή εποχή, ειδικά στην Κεντρική Αμερική, η επικοινωνία ήταν δυσχερής.
Αλλά όταν οι μέρες μετατράπηκαν σε βδομάδες και ύστερα σε μήνες, οι οικογένειες του Κρις και της Πέτα άρχισαν να φοβούνται. Ενημερώθηκαν οι κυβερνητικές αρχές και η αστυνομία, πραγματοποιήθηκαν έρευνες, καταγράφηκαν παρατηρήσεις.
Τα γράμματα της Πέτα στους γονείς της αποκάλυπταν ότι όταν εκείνη και ο Κρις γνώρισαν έναν Αμερικανό και τους δύο νεαρούς γιους του στο Μπελίζ, άλλαξαν το αρχικό τους σχέδιο να φτάσουν στο Μεξικό με λεωφορείο και αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Ονδούρα με το μικρό αλιευτικό σκάφος των Αμερικανών. Το τελευταίο γράμμα της Πέτα τελείωνε ως εξής: «Τίποτα δεν συμβαίνει συχνά σε μια βάρκα».

Ο πατέρας της Πένι ήλθε σε επαφή με τον υπεύθυνο του λιμανιού στο Μπελίζ, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι το «Justin B» είχε ξεκινήσει το ταξίδι του με τον Κρις και την Πέτα, αλλά επέστρεψε χωρίς αυτούς.
Ο Αμερικανός, ονόματι Σίλας Μπόστον, εντοπίστηκε στο Σακραμέντο της Καλιφόρνια και ανακρίθηκε από το Βρετανικό Γενικό Προξενείο. Αν και όλοι ήταν πεπεισμένοι για την ανάμειξή του στην εξαφάνιση του Κρις και της Πέτα, δεν μπορούσαν να το αποδείξουν.
Η αστυνομία του Μάντσεστερ επέτρεψε στον πατέρα της Πένι να του τηλεφωνήσει. Αλλά ο Μπόστον, απαντώντας αόριστα και αλαζονικά, ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τίποτα.

Την 1η Φεβρουαρίου η οικογένεια Φάρμερ έλαβε το τηλεφώνημα που φοβόταν. Αλλά σύντομα η υπόθεση μπήκε στο αρχείο, χωρίς να γίνουν έρευνες στην περιοχή του εγκλήματος, χωρίς να αναφερθεί το παραμικρό στις εφημερίδες της Γουατεμάλας, χωρίς να υπάρξει καμία βοήθεια από την αστυνομία της χώρας.
Και όλα αυτά παρ’ όλο που o Σίλας Μπόστον είχε βεβαρημένο ποινικό μητρώο που περιλάμβανε μια επίθεση, παράνομη οπλοφορία, έναν βιασμό και ενώ η τρίτη από τις επτά συζύγους του είχε εξαφανιστεί πριν από δέκα χρόνια. Κι όμως το Αστυνομικό Τμήμα του Σακραμέντο δεν μπορούσε να προχωρήσει.
Το πιο αξιοσημείωτο απ’ όλα είναι ότι οι γιοι του Μπόστον δεν κλήθηκαν ποτέ να καταθέσουν, ούτε κάποιος προσπάθησε να τους εντοπίσει.
«Είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος πόσο δύσκολο ήταν τότε, χωρίς υπολογιστές ή κινητά τηλέφωνα», εξηγεί η Πένι και προσθέτει:
«Η Γουατεμάλα ήταν μια τριτοκοσμική χώρα, στην οποία δεν υπήρχε πράγματι αστυνομική δύναμη. Δεν υπήρξε επικοινωνία με τη Βρετανία, επειδή διεκδικούσαν το Μπελίζ, που ήταν βρετανικό έδαφος. Η αμερικανική αστυνομία δεν βοήθησε πολύ, η αστυνομία του Μάντσεστερ παρέδωσε την υπόθεση στον πατέρα μου και όλα τέλειωσαν».

Η Πένι, η οποία ήταν 17 ετών όταν δολοφονήθηκε ο αδελφός της, έγινε δημοσιογράφος, παντρεύτηκε και απέκτησε τρία παιδιά. Αλλά τόσο εκείνη όσο και οι γονείς της ήταν όλα αυτά τα χρόνια αντιμέτωποι με τον χαμό του Κρις, που τους στοίχειωνε.
Με την εμφάνιση του Διαδικτύου ο πατέρας της Πένι προσπάθησε να κινητοποιήσει ξανά τις αρχές αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση στα mail του προς το Αστυνομικό Τμήμα του Σακραμέντο. Ο ίδιος πέθανε το 2013, γνωρίζοντας ότι κάτι τρομερό συνέβη στον γιο του, αλλά ούτε το πώς ούτε το γιατί.
Μέχρι τότε φαινόταν ότι όλα τα ερωτήματα θα έμεναν αναπάντητα αλλά η Πένι πήρε την κατάσταση στα χέρια της: πρώτα βρήκε τον Σίλα Μπόστον στο facebook και ύστερα τους δύο γιους του, τον Ράσελ και τον Βίνσε, καθώς και την πέμπτη σύζυγό του. Έστειλε μηνύματα σε όλους, αλλά δεν έλαβε άμεση απάντηση.
Στη συνέχεια ήλθε σε επαφή με τις αρχές του Μάντσεστερ, οι οποίες με τη σειρά τους επικοινώνησαν με το Αστυνομικό Τμήμα του Σακραμέντο, το οποίο είχε ξανανοίξει την υπόθεση εξαφάνισης της τρίτης συζύγου του Μπόστον. Και οι ελπίδες άρχισαν να αναπτερώνονται.
Ανέλπιστα, οι γιοι του Μπόστον παραδέχτηκαν στις αρχές το «οικογενειακό μυστικό»: ότι ο πατέρας τους είχε σκοτώσει τη μητέρα τους. Ακόμα πιο ανέλπιστα, δήλωσαν ότι τις τρεις τελευταίες δεκαετίες προσπαθούσαν να πείσουν την αστυνομία ότι ήταν αυτόπτες μάρτυρες όταν ο πατέρας τους δολοφονούσε τον Κρις Φάρμερ και την Πέτα Φράμπτον στη Γουατεμάλα.
Το Αστυνομικό Τμήμα του Σακραμέντο, η Βασιλική Καναδική Αστυνομία, το FBI, η Ιντερπόλ, η Σκότλαντ Γιαρντ, η Υπηρεσία Δίωξης Σοβαρών Οργανωμένων Εγκλημάτων (η οποία αντικαταστάθηκε το 2013 από την Εθνική Εγκληματολογική Υπηρεσία του Ηνωμένου Βασιλείου), όλοι πιστεύεται ότι είχαν ενημερωθεί. Όμως κανείς δεν ενήργησε.
Εν τω μεταξύ ο Μπόστον είχε επιστρέψει στην Καλιφόρνια.
Τον Μάρτιο του 2016, έξι μήνες μετά τις αρχικές αναζητήσεις της στο facebook, η Πένι, η μητέρα της και ο μεγάλος αδελφός της, Νάιτζελ, προσήλθαν στα αστυνομικά γραφεία της Περιφέρειας του Μάντσεστερ, όπου αξιωματικοί τούς έδειξαν τις μαρτυρίες των γιων του Μπόστον.
«Ο Μπόστον ήταν βιαστής. Ο αδελφός μου ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, δεμένος πάνω στο κατάστρωμα, η Πέτα ήταν κάτω στην καμπίνα (…) Αυτό που μου ραγίζει την καρδιά είναι ότι παρόλο που ο Κρις είχε σπασμένο κρανίο και άλλα σπασμένα οστά και υπήρχε αίμα σε όλο το κατάστρωμα, προσπαθούσε ακόμα να παρηγορήσει την Πέτα, λέγοντάς της πως όλα θα πάνε καλά. Ακόμα και όταν, δεμένοι σαν γαλοπούλες, περίμεναν να τους πετάξουν απ’ τη βάρκα», περιγράφει η Πένι.
Στην κατάθεσή του ο Ράσελ ισχυριζόταν ότι ο πατέρας του μόλις ένα δεκαπενθήμερο αργότερα είχε δολοφονήσει ακόμη δύο τουρίστες, πιθανώς από τη Σκανδιναβία. Όπως εξακρίβωσε η Πένι, εκείνη την περίοδο το FBI αναζήτησε τα ίχνη τους, χωρίς αποτέλεσμα.

Ο Μπόστον εντοπίστηκε τελικά σε ένα γηροκομείο της Καλιφόρνια. Έχοντας παραπονεθεί ότι δεν έχει φίλους, ένας νοσοκόμος είχε δημιουργήσει γι’ αυτόν μια σελίδα στο facebook σκεπτόμενος ότι ίσως κάποιος να ενδιαφερθεί. Ήταν ακριβώς αυτή η σελίδα που εμφανίστηκε στην αναζήτηση της Πένι.
Την ίδια ώρα το FBI είχε εντοπίσει διάφορους μάρτυρες από το Μπελίζ και τη Γουατεμάλα, συμπεριλαμβανομένου ενός οδηγού ασθενοφόρου που είχε ανασύρει τα πτώματα του Κρις και της Πέτα από τη θάλασσα και πλέον ζούσε στη Νέα Υόρκη. Είχαν εντοπιστεί επίσης ο ιατροδικαστής -στα 90 του χρόνια πια- και ο επικεφαλής του λιμανιού από το Μπελίζ με τον οποίο είχε επικοινωνήσει ο πατέρας της Πένι.
Όταν η Πένι επισκέφθηκε τον γιο του Μπόστον, Ράσελ, στην Αμερική, της έκανε εντύπωση πόσο φυσιολογικά φερόταν παρά το γεγονός ότι έζησε ολόκληρη τη ζωή του με τον φόβο ενός ψυχοπαθητικού πατέρα.
Σύμφωνα με τον Ράσελ, ο πατέρας του τού είχε εκμυστηρευτεί ότι είχε σκοτώσει 33 άτομα και είχε απειλήσει τους γιους του ότι θα πάθαιναν το ίδιο αν αποκάλυπταν τα εγκλήματά του.
Την 1η Δεκεμβρίου 2016, 14 μήνες μετά την αναζήτηση της Πένι στο facebook και 38 χρόνια μετά το αποτρόπαιο έγκλημα στις ακτές της Γουατεμάλας, ο Μπόστον συνελήφθη και κατηγορήθηκε για τις δολοφονίες του Κρις και της Πέτα. Αλλά στις 24 Απριλίου 2017, προτού ακόμα οδηγηθεί σε δίκη, η Πένι ειδοποιήθηκε ότι πέθανε.
«Ένιωθα εξαπατημένη, θα ήθελα να τον δω στο δικαστήριο και να του πω ότι κατέστρεψε δύο οικογένειες», λέει.
Η αστυνομία του Μάντσεστερ αποφάνθηκε ότι η υπόθεση μπήκε στο αρχείο αλλά λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων δεν έκλεισε ποτέ.
Για τη δολοφονία του αδερφού της και της φίλης του η Πένι έγραψε το βιβλίο «Νεκροί στο νερό», αλλά πιστεύει ότι η ιστορία δεν έχει τελειώσει ακόμα. Πάνω απ’ όλα, θα ήθελε να μάθει γιατί η υπόθεση έκλεισε, επιτρέποντας σε έναν ψυχοπαθή να σκοτώσει και πάλι.
Πηγές: BBC, pennyfarmer.co.uk
