Κυρίαρχο θέμα στον σημερινό διεθνή και κυρίως τον ευρωπαϊκό τύπο, αποτελούν οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στη Μεγάλη Βρετανία, με τους αναλυτές να εστιάζουν στις πιθανές επιπτώσεις των χθεσινών παραιτήσεων των υπουργών Ντέηβις και Τζόνσον στη διαδικασία του Brexit, ενώ άλλα θέματα που ξεχωρίζουν είναι, η απογοήτευση των Γάλλων για τον ένα χρόνο της προεδρίας του Εμανουέλ Μακρόν καθώς και η επιλογή του Ρεπουμπλικάνου Μπρέτ Κάβανο από τον Τράμπ, ως νέο μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.
Στη Βρετανία, ο Guardian γράφει στον τίτλο του : «Η Μέι χάνει τον Τζόνσον αλλά αντιμετωπίζει τους αντάρτες του brexit-τουλάχιστον προς το παρόν» με το σχετικό ρεπορτάζ να τονίζει ότι χθες βράδυ η βρετανίδα πρωθυπουργός προειδοποίησε τους αντάρτες βουλευτές της, υπέρμαχους της σκληρής εκδοχής του brexit, ν΄ ακολουθήσουν την κομματική γραμμή, αλλιώς κινδυνεύουν να παραδώσουν την εξουσία στον ηγέτη των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν, μετά και την χθεσινή παραίτηση του υπουργού εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος ανακοινώνοντας την παραίτησή του υπογράμμισε ότι η Βρετανία «οδεύει προς ένα αποικιακό status». «Έτσι» συνεχίζει το δημοσίευμα, «μετά από μία δραματική ημέρα διαρκών πολιτικών μεταστροφών η πρωθυπουργός απευθύνθηκε για μία ώρα στους βουλευτές της προειδοποιώντας τους ότι τα διχασμένα κόμματα χάνουν τις εκλογές και επισήμανε ότι το να ηγείσαι σημαίνει να παίρνεις αποφάσεις».
Οι Financial Times από την πλευρά τους γράφουν : «Η σύγκρουση αυτή των υποστηρικτών του Brexit με την πραγματικότητα έπρεπε να έχει γίνει προ πολλού. Η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι έπρεπε να έχει επιβληθεί στους υπέρμαχους της εξόδου ήδη πριν την έναρξη των επίσημων διαπραγματεύσεων. Η μεμψιμοιρία και οι ευσεβείς πόθοι εκείνων που ήθελαν μια σαφή διαχωριστική γραμμή με την Ε.Ε., ήρθε σε μετωπική σύγκρουση με τη σκληρή πραγματικότητα των οικονομικών συμφερόντων της Μεγάλης Βρετανίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο διανύει μια αποφασιστική στιγμή της πρόσφατης ιστορίας του. Πρέπει να προχωρήσει σε ιδιαίτερα πολύπλοκες διαπραγματεύσεις για το μέλλον του. Για μεγάλο διάστημα οι Τόρις κράτησαν σε ομηρία ολόκληρη τη χώρα εξαιτίας του ψυχοδράματός τους αναφορικά με την Ευρώπη. Η Μέι αντιλήφθηκε ότι η μαλακή εκδοχή του Brexit είναι ο μοναδικός ρεαλιστικός τρόπος του χωρισμού με την ΕΕ. Προκειμένου να αποτρέψει τη ριψοκίνδυνη εκδοχή ενός Brexit χωρίς συμφωνία, η πρωθυπουργός θα πρέπει να παραμείνει σκληρή» καταλήγει το άρθρο .
Στη Γαλλία, η εφημερίδα Le Figaro έχει τίτλο για το ίδιο θέμα : «Η Τερέζα Μέι αποσταθεροποιείται από την ανταρσία των υπέρμαχων του brexit” και στο κύριο άρθρο, υπογραμμίζει ότι οι ηχηρές παραιτήσεις των υπουργών Μπόρις Τζόνσον και Ντέηβιντ Ντέηβις, τεμαχίζουν ένα συμβιβαστικό σχέδιο για την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε., το οποίο έφερε στη Βουλή η βρετανίδα πρωθυπουργός. Η Le Monde από την πλευρά της έχει τίτλο :«Ένα χρόνο μετά την προεδρία Μακρόν, η αισιοδοξία των Γάλλων εξαφανίζεται» και στο σχετικό ρεπορτάζ τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι βάσει δημοσκόπησης, σχεδόν το 50% των νέων σε ηλικία γάλλων, εκτιμά ότι υφίσταται κρίση της Δημοκρατίας και πιστεύει ότι και άλλα πολιτικά συστήματα είναι καλά, ενώ επισημαίνει το γεγονός ότι Δεξιά και Ακροδεξιά συμφωνούν μεν στο μεταναστευτικό, αλλά εμφανίζονται ασυμβίβαστες στα θέματα που αφορούν στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Στη Γερμανία, η FAZ γράφει για την βρετανική πολιτική κρίση : «Σε περίπτωση που η Μέι καταφέρει να αποτρέψει περαιτέρω παραιτήσεις και να τιθασεύσει τους αγανακτισμένους του κόμματός της, θα μπορούσε -με τη βοήθεια βουλευτών της αντιπολίτευσης- να περάσει από τη Βουλή το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. Εντούτοις μετά τις ραγδαίες εξελίξεις της Δευτέρας είναι μάλλον πιο πιθανό να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο η εξέγερση στο συντηρητικό κόμμα, καθιστώντας αναπόφευκτη την πρόταση δυσπιστίας σε βάρος της προέδρου. Κανείς στο Λονδίνο δεν τολμά να προβλέψει τι συνέπειες θα είχε αυτό για την κυβέρνηση, τις διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες και την ίδια τη χώρα».
Η Berliner Morgenpost από την πλευρά της επισημαίνει : «Οι εκδηλώσεις δυσπιστίας ενδέχεται να καταλήξουν στην πτώση της πρωθυπουργού Μέι ή στην κατάρρευση όλης της κυβέρνησης. Οι διαπραγματευτές του Brexit στις Βρυξέλλες βρίσκονται ενώπιον ενός διλήμματος: η ΕΕ δεν θέλει και δεν μπορεί να παραχωρήσει προνόμια στη Μεγάλη Βρετανία τα οποία αρνείται σε άλλους Ευρωπαίους. Η πρωθυπουργός το γνωρίζει αυτό, αλλά παρά ταύτα ρισκάρει πολλά. Η Μέι δεν έχει πλέον τη δύναμη να πει στους πολίτες την προφανή αλήθεια: αυτό το Brexit είναι ένα τεράστιο και τραγικό λάθος». Η Die Welt υπογραμμίζει : «Εδώ υπάρχει κάτι πολύ πιο σοβαρό από την απλή διαμάχη για τη διαπραγματευτική γραμμή με τις Βρυξέλλες. Αφορά το υπαρξιακό δίλημμα της χώρας που με το δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016 οδηγήθηκε σε ένα αδιέξοδο της ιστορίας τη. Διχασμένη από την ισόπαλη έκβαση του δημοψηφίσματος που έβγαλε μια οριακή πλειοψηφία υπέρ του Brexit δεν είναι μόνον η κυβέρνηση αλλά και η ίδια η κοινωνία. Με την εθελοντική παραίτηση των δυο υπουργών η Μέι παίρνει μια μικρή ανάσα διότι οι δυο ανήκαν στο στρατόπεδο των σκληροπυρηνικών. Στην ατζέντα βρίσκεται πλέον ένα μαλακό και όχι ένα σκληρό Brexit. Πρόκειται για τη θεωρητική επικράτηση της λογικής. Τελείως ασαφές παραμένει όμως πώς θα υλοποιηθεί πρακτικά».
Στην Αυστρία στους δυο παραιτηθέντες εστιάζει η αυστριακή Die Prese: «Οι Ντέιβις και Τζόνσον είχαν μήνες για να προετοιμάσουν ένα brexit με όσο το δυνατόν λιγότερα μειονεκτήματα για τη βρετανική οικονομία. Το να προσπαθούν τώρα να επιρρίψουν τις ευθύνες της αποτυχίας τους σε εκείνους που επιδιώκουν μια στενότερη σχέση με τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της χώρας, δεν είναι έντιμο. Είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τη δική τους εκδοχή της εξόδου από την ΕΕ, αλλά δεν την αξιοποίησαν».
Στις ΗΠΑ τέλος, η Wall Street Journal έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : Ο Τραμπ επιλέγεi τον Κάβανο για το (Ανώτατο) Δικαστήριο» και στο κύριο άρθρο τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι η επιλογή Τράμπ να τοποθετήσει έναν ακραιφνή Ρεπουμπλικάνο για την κάλυψη της άδειας έδρας του Δικαστηρίου θα οδηγήσει αναπόφευκτα το Δικαστήριο σε μια δεξιότερη πορεία.
