Την έναρξη προκαταρκτικών ερευνών για πιθανή διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας από τις κυβερνήσεις των Φιλιππίνων και της Βενεζουέλας ανήγγειλε χθες η εισαγγελέας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), Φάτου Μπενσούντα. Και οι δύο χώρες έχουν υπογράψει το Καταστατικό της Ρώμης, γεγονός που δίνει θεωρητικά στο ΔΠΔ τη δικαιοδοσία να διερευνήσει ενδεχόμενη τέλεση μαζικών εγκλημάτων στο έδαφός τους και να αποδώσει ευθύνες στους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς, εφόσον τα εγχώρια δικαστήρια δηλώνουν αδυναμία ή απροθυμία να παρέμβουν.
Στην πράξη όμως οι διαδικασίες, εκτός από εξαιρετικά χρονοβόρες, σπανιότατα οδηγούν σε δίκες πόσο μάλλον σε καταδίκες, με το πολιτικό υπόβαθρο της εκάστοτε υπόθεσης να παίζει (συνήθως επιλεκτικά) τον ρόλο του. Από την ίδρυσή του το 2002, το ΔΠΔ έχει δεχτεί πάνω από 12.000 επίσημες προσφυγές ή καταγγελίες. Μόλις εννιά έχουν καταλήξει σε δίκη…
Αστυνομικοί εκτελεστές
Σε ό,τι αφορά τις Φιλιππίνες, η εισαγγελέας του ΔΠΔ ανακοίνωσε πως ξεκινά προκαταρκτική έρευνα για χιλιάδες ανθρωποκτονίες που έχουν διαπραχθεί από την 1η Ιουλίου 2016 στο πλαίσιο του «πόλεμου κατά των ναρκωτικών» που κήρυξε ο (αιμοβόρος) πρόεδρος Ροντρίγκο Ντουτέρτε αμέσως μετά την εκλογή του.
Την προσφυγή κατέθεσε ο Φιλιππινέζος δικηγόρος Τζουντ Σάμπιο, προσκομίζοντας φάκελο 77 σελίδων με αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ενισχύονται και από τις καταγγελίες δύο κοινοβουλευτικών στελεχών τής (σχεδόν ολοκληρωτικά «ευνουχισμένης») αντιπολίτευσης των Φιλιππίνων.
«Ενώ ορισμένες ανθρωποκτονίες φέρονται να έχουν διαπραχθεί στο πλαίσιο συγκρούσεων μεταξύ ή εντός συμμοριών, καταγγέλλεται πως πολλά από αυτά τα περιστατικά αφορούσαν εξωδικαστικές εκτελέσεις στη διάρκεια αστυνομικών επιχειρήσεων κατά των ναρκωτικών» επισήμανε η Μπενσούντα.
Σύμφωνα με τις αρχές των Φιλιππίνων, 4.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί από την αστυνομία σε τέτοιες επιχειρήσεις-σκούπα, οι περισσότεροι επειδή «αντιστάθηκαν» με αποτέλεσμα οι αστυνομικοί να βρεθούν σε «αυτοάμυνα».
Ο φάκελος του Σάμπιο ανεβάζει τον αριθμό των νεκρών σε τουλάχιστον 8.000, εκ των οποίων αρκετοί άσχετοι με το εμπόριο ή τη χρήση ουσιών.
«Σε αυτή τη χώρα ο κόσμος δεν ξέρει πού να απευθυνθεί αν τα μέλη μιας οικογένειας πέσουν θύματα του πολέμου κατά των ναρκωτικών. Δεν μπορούν να πάνε στην αστυνομία γιατί είναι κι αυτή μπλεγμένη, δεν μπορούν να πάνε στο υπουργείο Δικαιοσύνης γιατί ο υπουργός θα πει πως δεν υπάρχουν καν εξωδικαστικές εκτελέσεις. Κι όταν ζητάμε έρευνα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, δεν μπορούμε να πετύχουμε μια αμερόληπτη διαδικασία γιατί καλύπτουν τον πρόεδρο.
Υπάρχει ξεκάθαρη και κατάφωρη παραβίαση του κράτους δικαίου στις Φιλιππίνες, οπότε το ΔΠΔ είναι το μόνο που μπορεί να παρέμβει» τόνισε ο Φιλιππινέζος βουλευτής Γκάρι Αλεχάνο, ο οποίος είχε προσπαθήσει μάταια να κινήσει κοινοβουλευτική διαδικασία καθαίρεσης του Ντουτέρτε, που κατηγορείται ως ηθικός αυτουργός «ταγμάτων θανάτου».
Εκπρόσωπος του Φιλιππινέζου προέδρου χαρακτήρισε την έρευνα «χάσιμο χρόνου και πόρων», υποστηρίζοντας πως ο Ντουτέρτε είναι έτοιμος να «επιχειρηματολογήσει προσωπικά για την υπόθεσή του» ενώπιον του δικαστηρίου και των «εχθρών του κράτους» που τον επιβουλεύονται.
Καταστολή, μαζική κράτηση
Το ΔΠΔ ξεκινά παράλληλα προκαταρκτική έρευνα για την «υπέρμετρη χρήση βίας} των δυνάμεων ασφαλείας της Βενεζουέλας με σκοπό την καταστολή διαδηλωτών στη διάρκεια των περσινών πολύνεκρων κινητοποιήσεων κατά του προέδρου Νικολάς Μαδούρο.
Θα διερευνηθούν επίσης καταγγελίες για μαζική κράτηση χιλιάδων μελών της αντιπολίτευσης, αλλά και για τα «βίαια μέσα» τα οποία μετήλθαν διαδηλωτές προκαλώντας τον θάνατο και τον τραυματισμό αστυνομικών.
Τον περασμένο Νοέμβριο η αποπεμφθείσα γενική εισαγγελέας της Βενεζουέλας, Λουίσα Ορτέγα (πρώην «τσαβίστα» που στράφηκε κατά του Μαδούρο κι έχει διαφύγει από τη χώρα), είχε προσκομίσει στο ΔΠΔ πληθώρα στοιχείων, που αποδεικνύουν -όπως υποστηρίζει- ότι αστυνομικοί και στρατιωτικοί είχαν σκοτώσει 1.767 ανθρώπους το 2015, καταγγέλλοντας παράλληλα πάνω από «17.000 αυθαίρετες κρατήσεις και εκατοντάδες περιπτώσεις βασανιστηρίων».
Η προαναγγελθείσα έρευνα πάντως αφορά ενδεχόμενη διάπραξη εγκλημάτων, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του 2017.
