Οι εντυπωσιακοί, υψηλότεροι του αναμενόμενου, ρυθμοί ανάπτυξης της γαλλικής οικονομίας, τα σχόλια μερίδας του γερμανικού Τύπου για την τέταρτη αξιολόγηση, οι τοπικές εκλογές στην Καταλονία, μετά από δυόμισι μήνες κρίσης, καθώς και η υπερψήφιση από την αμερικανική Γερουσία του ρεπουμπλικανικού φορολογικού νομοσχεδίου, που ευνοεί καταφανώς τους πλέον εύπορους, αποτελούν ορισμένες από τις πλέον σημαντικές ειδήσεις της ημέρας που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, οι Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους: «Κίνδυνος να δημιουργηθεί εμπλοκή στις έρευνες (για κατηγορούμενους για βιασμό) καθώς καταρρέει και η δεύτερη δίκη». Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Μητροπολιτική Αστυνομία απέκρυψε επί τέσσερις μήνες σημαντικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η Αστυνομία να ανακοινώσει ότι θα πραγματοποιήσει έρευνα για κάθε υπόθεση ξεχωριστά, ενώ παράλληλα θα εξετάσει το κατά πόσο οι ενέργειες των στελεχών της, που οδήγησαν σε πολύμηνες κρατήσεις κατηγορουμένων για βιασμό, οι οποίοι στη συνέχεια αθωώθηκαν, ήταν νόμιμες.
Στη Γαλλία, η εφημερίδα La Croix γράφει στον τίτλο της: «Οι Καταλανοί απέναντι στο μέλλον τους» και το σχετικό ρεπορτάζ αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά από δυόμισι μήνες κρίσης, οι Καταλανοί φαίνονται πιο διχασμένοι παρά ποτέ, ενώ αύριο ψηφίζουν για την εκλογή των βουλευτών τους στην τοπική Βουλή.
Η Le Figaro από την πλευρά της έχει τίτλο: «Η γαλλική οικονομία παρασύρεται από έναν άνεμο αισιοδοξίας» και στο κύριο άρθρο υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι η Στατιστική Υπηρεσία της Γαλλίας αναθεώρησε προς τα επάνω τις προβλέψεις για τον ρυθμό ανάπτυξης του 2017, ο οποίος τελικώς έφθασε το 1,9% και επισημαίνει ότι το επιχειρηματικό κλίμα στη Γαλλία είναι το θετικότερο που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία.
Σε άλλο πρωτοσέλιδο άρθρο της η εφημερίδα επισημαίνει το γεγονός ότι με τη μείωση της φορολογίας, την οποία είχε υποσχεθεί προεκλογικά, ο Τραμπ κατέγραψε την πρώτη μεγάλη του επιτυχία.
Στη Γερμανία, αναλυτικό άρθρο για τα βήματα που θα πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική κυβέρνηση τη νέα χρονιά δημοσιεύει η οικονομική εφημερίδα του Ντίσλεντορφ Handelsblatt:
«Για την Ελλάδα το 2018 θα είναι μια χρονιά που θα κρίνει το μέλλον της. Τον Αύγουστο η χώρα θα πρέπει να απεγκλωβιστεί από τη δανειακή βοήθεια και να αναχρηματοδοτηθεί από τις αγορές. Πιο γρήγορα και με λιγότερα εμπόδια απ’ ό,τι αναμενόταν η Αθήνα ολοκλήρωσε στις αρχές Δεκεμβρίου την τρίτη αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμματος προσαρμογής. Ωστόσο τη νέα χρονιά αναμένεται η τέταρτη και τελευταία. Προκειμένου να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα εντός του χρονοδιαγράμματος θα πρέπει η κυβέρνηση μέχρι τα μέσα του 2018 να υλοποιήσει 82 προαπαιτούμενα.
»Μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου ο Τσίπρας θέλει να περάσει ένα πρώτο πακέτο μεταρρυθμίσεων από τη Βουλή. Μετά οι υπουργοί Οικονομικών της Ε.Ε. θα μπορούσαν να εγκρίνουν στην πρώτη τους συνάντηση στις 22 Ιανουαρίου την εκταμίευση της επόμενης δόσης των δανείων, ύψους 5,5 δισ. ευρώ. Οι μεταρρυθμίσεις που απομένουν να γίνουν θα πρέπει να ολοκληρωθούν μέχρι τα τέλη Ιουνίου ώστε η Ελλάδα να βγει από το πρόγραμμα στις 20 Αυγούστου».
Στην Αυστρία, η εφημερίδα Der Standard αναφέρεται στο προσφυγικό ζήτημα που απασχολεί την Ελλάδα: «Η κατάσταση στα ελληνικά κέντρα υποδοχής προσφύγων παραμένει κρίσιμη. Εν όψει του χειμώνα ασκείται όλο και πιο έντονη κριτική για τις συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων. Λέγεται ότι η κατάσταση στη Λέσβο, στο hotspot της Μόριας επιδεινώθηκε. Υπάρχουν επικρίσεις ότι το κέντρο έχει πάρα πολύ κόσμο και η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου παρά τη σειρά μέτρων που έλαβε η κυβέρνηση» καταλήγει το δημοσίευμα.
Στις ΗΠΑ, τέλος, η Washington Post γράφει στο πρωτοσέλιδό της: «Παρά τα εμπόδια εγκρίθηκε το φορολογικό νομοσχέδιο» και στο κύριο άρθρο υπογραμμίζει ότι οι Ρεπουμπλικάνοι κατάφεραν να «περάσουν» από τη Γερουσία την πλέον σημαντική φορολογική μεταρρύθμιση από το 1986, μια μεταρρύθμιση η οποία, όπως τονίζει στο σχόλιό της η εφημερίδα, προβλέπει μεγάλες μειώσεις στους φόρους των επιχειρήσεων. Αναφέρει δε ότι οι πλέον εύποροι θα απολαμβάνουν σημαντικά χαμηλότερη φορολόγηση συγκριτικά με τη μεσαία και την εργατική τάξη, ενώ καταργεί και ένα μεγάλο τμήμα του νομοσχεδίου Ομπάμα για την υγεία και την κοινωνική περίθαλψη.
