Η βαριά όσο και απρόσμενη ήττα που υπέστη ο υποψήφιος γερουσιαστής των Ρεπουμπλικάνων στην Πολιτεία της Αλαμπάμα Ρόι Μουρ από τον Δημοκρατικό αντίπαλό του Νταγκ Τζόουνς, η συνέντευξη Μακρόν στην εφημερίδα Le Monde, η έναρξη δικαστικής έρευνας για παράνομες δραστηριότητες του προέδρου της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, πριν από μία δεκαετία, αλλά και το βιβλίο δυο Γερμανών ιστορικών, οι οποίοι τάσσονται υπέρ της αναγνώρισης της γερμανικής ευθύνης για καταβολή επανορθώσεων στην Ελλάδα και άλλες χώρες, αποτελούν ορισμένες από τις σημαντικότερες ειδήσεις του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Η νίκη του Δημοκρατικού υποψηφίου Νταγκ Τζόουνς στην Πολιτεία της Αλαμπάμα, προπύργιο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, κυριαρχεί στο σύνολο σχεδόν του αμερικανικού Tύπου. Έτσι οι New York Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους «Ο Δημοκρατικός (υποψήφιος) κερδίζει τη ζωτικής σημασίας θέση γερουσιαστή στην Αλαμπάμα» και στο σχετικό ρεπορτάζ τονίζει ότι ο πρώην εισαγγελέας Νταγκ Τζόουνς κατάφερε να νικήσει τον επιβαρυμένο με σκάνδαλα σεξουαλικής παρενόχλησης υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων Ρόι Μουρ. Προσθέτει δε ότι πρόκειται για μια κυριολεκτικά απίστευτη νίκη του Δημοκρατικού υποψηφίου, η οποία αφήνει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα με μία ασταθή υπεροχή μόλις μιας ψήφου στη Γερουσία.
Η USA Today από την πλευρά της κάνει λογοπαίγνιο στον τίτλο της «Απόφαση της Αλαμπάμα όχι Μουρ» (No Moore) και στο κύριο άρθρο επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η νίκη του Τζόουνς συνιστά ένα μείζον πλήγμα σε βάρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και του Ντόναλντ Τραμπ προσωπικά, με δεδομένο ότι ο Αμερικανός πρόεδρος στήριξε με όλες του τις δυνάμεις τον Μουρ, παρά τις αντιρρήσεις που είχαν εκφράσει στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, λόγω των σεξουαλικών σκανδάλων στα οποία φέρεται να είχε περιπέσει πριν από αρκετές δεκαετίες.
Στη Βρετανία οι Times έχουν πρωτοσέλιδο τίτλο «Δικαστής σύρει τον Γιούνκερ για σκάνδαλο που αφορά σε παρακολουθήσεις» και στο σχετικό αποκαλυπτικό ρεπορτάζ αναφέρει ότι ο πρόεδρος της Κομισιόν εμπλέκεται σε μια νέα έρευνα για εγκληματική ενέργεια και ειδικότερα για παραποίηση στοιχείων που αφορούν σε υπόθεση παρακολουθήσεων. Ειδικότερα ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ αντιμετωπίζει την κατηγορία, ότι υφιστάμενοί του αξιωματούχοι παρουσίασαν ανακριβείς πληροφορίες σε μια υπόθεση που αφορά σε φερόμενες παρακολουθήσεις που έγιναν πριν από δέκα χρόνια, όταν ήταν πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου.
Η εφημερίδα επισημαίνει ότι η χρονική στιγμή όπου άρχισε η έρευνα είναι κρίσιμη, καθώς ο 63χρονος Λουξεμβούργιος πολιτικός ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατηγορίες για το σκάνδαλο, κάτι που θα αμαυρώσει τη φήμη του, σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στη Γαλλία, η Le Monde γράφει στο πρωτοσέλιδό της «Μακρόν: “Ένα σοκ” για να σωθεί ο πλανήτης» και φιλοξενεί συνέντευξη που της παραχώρησε ο Γάλλος πρόεδρος. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας τονίζει την υποβάθμιση που έχει υποστεί το κλίμα, και ζητά να τεθεί ένα τέλος στην εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων σε παγκόσμια κλίμακα. Ακόμη υπογραμμίζει την ανάγκη μαζικής στροφής του Δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού τομέα προς την «πράσινη» ενέργεια. Η La Croix από την πλευρά της έχει τίτλο «Χαλέπι, ένας χρόνος μετά» και στο ρεπορτάζ αναφέρει ότι ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση της, η ζωή στη συριακή πόλη ξαναβρίσκει σιγά σιγά τους φυσιολογικούς της ρυθμούς.
Στη Γερμανία, στο θέμα των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων εστιάζει η Süddeutsche Zeitung με αφορμή το φετινό ιστορικό βιβλίο δύο Γερμανών ερευνητών, οι οποίοι τάσσονται υπέρ της αναγνώρισης της γερμανικής ευθύνης για καταβολή επανορθώσεων στην Ελλάδα και άλλες χώρες. «Αθήνα και Βερολίνο: Ανοιχτός λογαριασμός, ανοιχτές πληγές», τιτλοφορεί το σχετικό δημοσίευμα στην ηλεκτρονική της έκδοση η εφημερίδα του Μονάχου, σχολιάζοντας το περιεχόμενο του βιβλίου που συνέγραψαν ο εκδότης και ιστορικός Καρλ Χάιντς Ροτ και ο πολιτικός επιστήμονας και εκδότης Χάρτμουτ Ρίμπνερ.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι «το κεντρικό μοτίβο του βιβλίου (σ.σ.: «Το χρέος των επανορθώσεων. Υποθήκες της γερμανικής κατοχικής κυριαρχίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη») είναι ότι μια συμμαχία μεταξύ των ΗΠΑ και των «δυτικογερμανικών ελίτ εξουσίας» αγνόησε συστηματικά επί δεκαετίες τις ελληνικές διεκδικήσεις. Επίμαχο σε αυτό το σημείο δεν είναι τόσο το συμπέρασμα, όσο η εξήγηση, όπου γίνεται αισθητός ο απόηχος ιστορικών συζητήσεων του παρελθόντος, στις οποίες οι παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αιώνα συζητούνταν ως αποτέλεσμα συνομωσίας γερμανικών ελίτ.
Αδιαφιλονίκητη είναι πάντως η διπλωματική υπεροψία με την οποία η Γερμανία απέρριπτε επί δεκαετίες τις ελληνικές διεκδικήσεις». Αυτό το γεγονός αποδεικνύεται κατά τον αρθρογράφο στα ιστορικά ντοκουμέντα που δημοσιεύονται μαζί με το βιβλίο των Γερμανών ερευνητών.
