Μια «Παναγία» φορώντας τσαντόρ, σχεδιασμένη με τη βουβή θλίψη και τη συντριβή της μάνας που κρατά στην αγκαλιά τον νεκρό γιο της. Και ένας «Χριστός» ασάλευτος και άψυχος με τη στρατιωτική στολή του, κάτω από κόκκινες τουλίπες που φύτρωσαν και ποτίστηκαν από το αίμα των μαρτύρων.
Ισως αυτή η εκδοχή της Πιετά του Μικελάντζελο, που σχεδίασε το 1989 στις εξετάσεις για την είσοδό της στη Σχολή Καλών Τεχνών της Τεχεράνης, να ήταν το κλειδί της επιτυχίας για τη Μαρζάν Σατράπι (και όχι Σατραπί όπως συχνά προφέρεται λανθασμένα). Πιθανώς να βοήθησε και η ειλικρίνειά της στη συνέντευξη που ακολούθησε.

Αντί να υποκριθεί τη θρησκευόμενη, προτίμησε να πει την αλήθεια: δεν κάλυπτε τα μαλλιά της όσο ζούσε μακριά από το Ιράν γιατί αν αυτά προκαλούσαν τόσα προβλήματα «ο Θεός θα είχε κάνει τις γυναίκες καραφλές». Και δεν προσευχόταν για τον απλούστατο λόγο ότι «δεν γνώριζε αραβικά». «Πιστεύω στον Θεό αλλά του μιλώ στα περσικά» είπε με αφελή άγνοια κινδύνου στον μουλά που την εξέταζε. Για καλή της τύχη αυτός εκτίμησε το θάρρος της και την ευθύτητά της. Το αμφίσημο σχέδιό της δεν κρίθηκε βλάσφημο αλλά ευφυές και ταιριαστό με το πολεμικό και ηρωικό κλίμα στο Ιράν της εποχής.
Διπλή ταυτότητα
Η Μαρζάν σπούδασε, πήρε το πτυχίο της και λίγο αργότερα μετανάστευσε οριστικά στη Γαλλία. Εκεί έκλεισε μέσα της αμετάκλητα και αξεδιάλυτα δύο κουλτούρες: του Ιράν, της ασιατικής χώρας με τον πανάρχαιο πολιτισμό στην οποία γεννήθηκε, μεγάλωσε, πήγε σχολείο και ερωτεύτηκε πρώτη φορά, και της Γαλλίας, της ευρωπαϊκής χώρας-συμβόλου των τεχνών και του Διαφωτισμού, με παρελθόν γεμάτο επαναστάσεις, αγώνες για ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα, αλλά και αιματοβαμμένες αυτοκρατορίες, πολέμους, αποικιοκρατία.
Αυτή η «διπλή ταυτότητα» της Μαρζάν Σατράπι χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου της, με κορυφαία στιγμή το εμβληματικό «Περσέπολις», ένα από τα πιο επιδραστικά σύγχρονα κόμικς, που κυκλοφόρησε μεταξύ 2000 και 2003 (στην Ελλάδα μεταφράστηκε από τις Εκδόσεις Ηλίβατον το 2006 και το 2007 και επανεκδόθηκε σε ενιαίο τόμο από τις Εκδόσεις Οξύ το 2024) και έγινε κινηματογραφική ταινία animation το 2007, την οποία σκηνοθέτησε η ίδια η Σατράπι μαζί με τον Vincent Paronnaud, αποσπώντας πολλά διεθνή βραβεία, όχι όμως το Οσκαρ, που το έχασε από τον «Ρατατούη» της Pixar.

Στο αυτοβιογραφικό «Περσέπολις» μέσα από την προσωπική ιστορία της Μαρζάν περνά η ιστορία του Ιράν από το παρελθόν μέχρι την πτώση της αμερικανοκίνητης δικτατορίας του Σάχη, την Επανάσταση του 1979, τον πόλεμο Ιράκ – Ιράν και την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος. Με διάχυτο σαρκασμό και πικρό χιούμορ περιγράφει τις σαρωτικές αλλαγές που συνέβησαν στο Ιράν, κυρίως στο επίπεδο των πολιτικών ελευθεριών, των λογοκριτικών απαγορεύσεων, της εκπαίδευσης.


Η ίδια μεγάλωσε σε μια οικογένεια που διακατεχόταν από σοσιαλιστικά ιδεώδη υποστηρίζοντας τις φιλελεύθερες δυτικές αξίες του πολιτικού πλουραλισμού και της ανεξιθρησκίας. Βλέποντας τη μετατροπή του Ιράν σε μια σκληρή θεοκρατία, οι γονείς της αποφάσισαν να τη στείλουν στην Αυστρία σε ηλικία μόλις 14 ετών, όπου συνέχισε το σχολείο διαμένοντας αρχικά σε έναν ξενώνα με καλόγριες και στη συνέχεια σε ανάδοχη οικογένεια.
Η εφηβεία της στην Ευρώπη, αν και εντελώς διαφορετική από αυτήν που θα είχε στη χώρα της, δεν ήταν ρόδινη, για να ακολουθήσουν η επιστροφή στο Ιράν, ένας αποτυχημένος γάμος και οι σπουδές στις καλές τέχνες. Στο βιβλίο της περιγράφει με απόλυτα πειστικό και συγκινητικό τρόπο την ενηλικίωση και τη χειραφέτηση μιας νέας γυναίκας και τελειώνει με την απόφασή της για την εκ νέου μετανάστευση στη Γαλλία, για μια ζωή οριστικά μακριά από το Ιράν. Στα έργα της αποδίδονται με ιδιαίτερο τρόπο οι ψυχολογικές «συγκρούσεις» και τα αδιέξοδα που προκύπτουν στη ζωή μιας Ιρανής κοσμοπολίτισσας στην Ευρώπη, αλλά και οι λύσεις που η ίδια η ζωή δίνει στα προβλήματα αυτά.

Η συνήθης λύση που η ίδια επέλεγε ήταν η διαρκής καταφυγή στην τέχνη. Το 2003 δημιούργησε τα «Κεντήματα» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ηλίβατον), το 2004 το «Κοτόπουλο με δαμάσκηνα», που μεταφέρθηκε σε κινηματογραφική ταινία, έγραψε πολλά παιδικά βιβλία και σκηνοθέτησε ακόμη τέσσερις ταινίες, με πιο πρόσφατη (2024) τις «Παριζιάνικες ιστορίες», με τη Μόνικα Μπελούτσι.

Καταφυγή στην τέχνη
Σε όλα της τα έργα είναι έντονη η έμφυλη ματιά απέναντι στις εξελίξεις στη χώρα της αλλά και στη Δύση, καθώς και η πασιφιστική κριτική της στα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα. Το 2023, με αφορμή τον άγριο ξυλοδαρμό της Μάχσα Αμινί από την ιρανική αστυνομία, που οδήγησε στον θάνατό της επειδή «δεν είχε φορέσει καλά τη μαντίλα της», επιμελήθηκε τον συλλογικό τόμο «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», με τη συμμετοχή καλλιτεχνών, δημοσιογράφων και άλλων ειδικών πάνω στην ιστορία και το παρόν του Ιράν (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Επόμενος Σταθμός).
Στις 4 Ιουνίου η οικογένειά της ανακοίνωσε ότι «η Μαρζάν πέθανε από θλίψη». Η ιδιοσυγκρασιακή τέχνη της, η λεπτότητα της περιγραφής των συναισθημάτων των χαρακτήρων της, η αγάπη της για την ελευθερία άνευ όρων ήταν πάντα τα γνωρίσματα των κόμικς, των πινάκων, των κειμένων, των ταινιών της. Πιθανώς την κατέβαλε ο θάνατος του συζύγου της, του Σουηδού παραγωγού, ηθοποιού και σεναριογράφου Ματίας Ρίπα, τον οποίο υπεραγαπούσε, έναν χρόνο πριν. Ισως να έπαιξαν ρόλο και οι δυσάρεστες διεθνείς εξελίξεις με το Ιράν στο επίκεντρο.
Ο,τι κι αν οδήγησε τη Μαρζάν Σατράπι στο τέλος, είναι σίγουρο πως η σπάνια ευαισθησία της δεν θα ξεχαστεί ποτέ.
