Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κοντά 9 εκατομμύρια στρατιώτες και περίπου άλλοι τόσοι πολίτες, χωρίς να υπολογίζονται τα θύματα της ισπανικής γρίπης, έχασαν τη ζωή τους από το 1914 ώς το 1918 λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Γερμανία, η Ρωσία, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία πλήρωσαν τον μεγαλύτερο φόρο αίματος ενός πολέμου που ξεκίνησε «δι’ ασήμαντον αφορμήν» και συνεχίστηκε για χρόνια χωρίς ουσιαστικούς νικητές και ηττημένους, χωρίς μεγάλες εδαφικές αλλαγές, χωρίς θεαματικά αποτελέσματα και θριάμβους, αλλά με αμέτρητα πτώματα κυρίως στις πεδιάδες της Δυτικής Ευρώπης. Την αρχή αυτού του πολέμου μέσω της προσωπογραφίας του ανθρώπου που σκότωσε τον αρχιδούκα Φερδινάνδο περιγράφει το «Γκαβρίλο Πρίντσιπ» του Henrik Rehr, ενώ ένα συγκεκριμένο στιγμιότυπο του πολέμου σε κάθε του λεπτομέρεια και με υποδειγματική τεκμηρίωση είναι το θέμα του πειραματικού ως προς τη μορφή του «The Great War», του Joe Sacco.

«Ημασταν τα μολυβένια στρατιωτάκια»

Στην τραγική καθημερινότητα των φαντάρων στα χαντάκια και τα παραπήγματα πίσω από τα συρματοπλέγματα επικεντρώνονται με μαύρο χιούμορ οι Τάσος Ζαφειριάδης και Πέτρος Χριστούλιας στα «Χαρακώματα», ενώ έχουν υπάρξει και πολλές ακόμη περιπτώσεις απόδοσης σε κόμικς του ζοφερού κλίματος του Μεγάλου Πολέμου.

Το αδιανόητο μέγεθος της τραγωδίας που εκτυλίχτηκε για τέσσερα και πλέον χρόνια στα λασπωμένα χωράφια του Δυτικού Μετώπου επιχειρεί να μεταφέρει και ο θρυλικός Ζακ Ταρντί σε συνεργασία με τον ιστορικό Ζαν-Πιερ Βερνέ στο αριστουργηματικό και συνάμα αβάσταχτα σκληρό «Ο Γαμημένος Πόλεμος, 1914-1918» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του Αύριο (μετάφραση: Ιωάννα Μαύρη, 114 σελίδες), ένα βιβλίο που προχωρά χρονολογικά σαν μια προοδευτική καταβύθιση του πρωταγωνιστή του στην καρδιά του σκότους, την απόγνωση, την αλλοτρίωση, την απανθρωποποίηση. «Ημασταν τα μολυβένια στρατιωτάκια της Γαλλίας, κάτω από τον καυτό ήλιο, με τα πόδια στα σιτοχώραφα, με το κεφάλι θαμμένο στο χώμα, το στομάχι κόμπο, το σκατό στην κάλτσα», αφηγείται με σαρκασμό και χωρίς καμιά διάθεση ηρωοποίησης του εαυτού του ή των συμπολεμιστών του.

«Ημασταν τα μολυβένια στρατιωτάκια»

Ολοι οι χαρακτήρες του Ταρντί «αναδύονται ως αποφύσεις μιας αντιφατικής ιστορικής συνθήκης. Αλλωστε, στα πρόσωπα που ζωγραφίζει εμφανίζονται συνήθως τα πιο μύχια και κοινά συναισθήματα της απορίας, αν όχι της απόγνωσης, της πλήξης ή του φόβου […] οι χαρακτήρες του, μέσα στη φαιδρότητα και την αδυναμία τους, είναι τόσο συγκεκριμένα ανθρώπινοι», σημειώνει ο Αλέξανδρος Πολυχρονόπουλος στον εξαιρετικό πρόλογό του. Και τονίζει τη συνειδητή απόσταση του Ταρντί από κάθε διδακτισμό καθώς και την επιλογή ενός ανώνυμου ήρωα-αφηγητή που «δεν έχει τίποτα το ιδανικό ή το ιδιαίτερο να επιδείξει, αφού, έτσι κι αλλιώς, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν», ενός χαρακτήρα, δηλαδή, που δεν προσφέρεται για ταύτιση αλλά στο πρόσωπό του καθρεφτίζει όλο το μαρτύριο.

«Ημασταν τα μολυβένια στρατιωτάκια»

Στους στρατιώτες που δεν είναι και δεν θέλουν να είναι ήρωες αναφέρεται και ο Αρης Χατζηστεφάνου στην εισαγωγή του τονίζοντας την ταξικότητα του πολέμου: «Ο Α’ Παγκόσμιος αντιπροσωπεύει την αφηρημένη έννοια των μαχών που καταδίκαζαν ο Αριστοφάνης στη Λυσιστράτη και ο Μπρεχτ στο Μάνα Κουράγιο. Χωρίς ηρωικές φιοριτούρες. Χωρίς ναι μεν και αλλά. Είναι το σφαγείο στο οποίο στέλνουν οι πλούσιοι τους φτωχούς και τίποτα άλλο.

Για τον μαρξιστή ιστορικό Ερικ Χομπσμπάουμ, σηματοδοτεί την έναρξη του “σύντομου εικοστού αιώνα” και δημιουργεί την έννοια του ολοκληρωτικού πολέμου, ο οποίος καταναλώνει το σύνολο των παραγωγικών συντελεστών μιας χώρας: την εργασία και το κεφάλαιο – την τελευταία σταγόνα αίματος κάθε κοινωνίας». Αν αυτοί οι φτωχοί εργάτες και αναλώσιμοι στρατιώτες εξεγείρονταν, ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός. Κατά τον Χατζηστεφάνου, «o Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μας διδάσκει ότι ο πραγματικός εχθρός (και ο πιο εύκολα αντιμετωπίσιμος) είναι αυτός που σε στέλνει να πεθάνεις σαν στρατιώτης στο μέτωπο ή σαν άμαχος μέσα στο σπίτι σου και όχι κάποιος ξένος φαντάρος. “Η ξιφολόγχη”, έγραφε τότε ο μεγάλος Αμερικανός σοσιαλιστής Γιουτζίν Ντεμπς, “είναι ένα όπλο που έχει έναν εργάτη σε κάθε του άκρη”».

Αυτή η προσέγγιση του πολέμου φαίνεται να είναι και η κινητήρια δύναμη του ογδοντάχρονου σήμερα Ζακ Ταρντί που διαπερνά οριζόντια το σύνολο του βιβλίου του. Στη συνέντευξή του στον Γιάννη Ανδρουλιδάκη που δημοσιεύεται στο τέλος της έκδοσης, είναι ξεκάθαρος: «Είναι πάντα το ίδιο έργο: τα κράτη να συγκρούονται και κάτι φουκαράδες να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στη μέση. Η δική μου ματιά, ως δημιουργού, θα παραμένει πάντα στο ανθρώπινο μέτρο – δίπλα σε εκείνους που πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα διατηρώντας την αξιοπρέπειά τους». Δίπλα, δηλαδή, στα εκατομμύρια παιδιά που χάθηκαν μέσα στις λάσπες χωρίς να ξέρουν το γιατί.

«Ημασταν τα μολυβένια στρατιωτάκια»

Ως ένα τέτοιο παιδί, ο απελπισμένος πρωταγωνιστής του «Γαμημένου Πολέμου» κυνικά και οργισμένα αφηγείται: «Εφτιαχνες ξερά δέντρα από συμπιεσμένο χαρτί, ψεύτικα κανόνια, ψεύτικα πτώματα, γύψινα βράχια, πασσάλους-περισκόπια για να παρακολουθείς τους απέναντι. Ξύλινες ράγες για να παραπλανήσεις την εναέρια παρακολούθηση. Καλούπωνες, πασάλειβες με κίτρινο χρώμα του κάτουρου, καφέ του σκατού, πράσινο του σπανακιού. Λες και ήμασταν σε παιχνιδάδικο! Στον τομέα του καμουφλάζ, μόνο τα μολυβένια στρατιωτάκια έλειπαν!». Και έλειπαν γιατί υπήρχαν σε επάρκεια τα αληθινά στρατιωτάκια που τραυματίζονταν, ακρωτηριάζονταν και πέθαιναν σε έναν άγνωστο τόπο, για έναν άγνωστο σκοπό.