Εγκαινιάστηκε πριν από λίγες μέρες και θα συνεχιστεί μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2027 στο MOMUS, Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη της Θεσσαλονίκης, η πολύ ιδιαίτερη έκθεση γελοιογραφίας με τίτλο «Γελοιοποιώντας τον Μοντερνισμό – Σοβιετικές γελοιογραφίες για την τέχνη από τη συλλογή του Γιούρι Αλμπέρτ», σε επιμέλεια της Μαρίας Τσαντσάνογλου, καλλιτεχνικής διευθύντριας του μουσείου.
Ο Γιούρι Αλμπέρτ είναι Ρώσος εννοιολογικός καλλιτέχνης, ο οποίος εδώ και πολλές δεκαετίες συλλέγει γελοιογραφίες με θέμα τους τη μοντέρνα τέχνη, δημοσιευμένες σε έντυπα της Σοβιετικής Ένωσης με στόχο να σατιρίσουν τον φορμαλισμό, την αφαίρεση και κάθε άλλη μέθοδο και τεχνοτροπία των καλλιτεχνών του μοντερνισμού. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του MOMUS, Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος, στον πρόλογο του καταλόγου της έκθεσης, ο Γιούρι Αλμπέρτ «συλλέγει αυτά τα τεκμήρια με την ευαισθησία εκείνου που μεγάλωσε μέσα στον κόσμο που απεικονίζουν και με την κριτική απόσταση εκείνου που κατανοεί πόσο πολύ τον διαμόρφωσαν».

Στην έκθεση θα επανέλθουμε σε επόμενο φύλλο, ώστε να αναφερθούμε πιο αναλυτικά στις γελοιογραφίες της συλλογής, στην πρόσληψη και στην εικαστική απόδοση του μοντερνισμού από τους σοβιετικούς καλλιτέχνες και γελοιογράφους, στην κριτική που έχουν υποστεί
αυτές οι γελοιογραφίες, στα κοινά τους σημεία με τις αντίστοιχες δυτικές γελοιογραφίες – κάτι που συχνά αποσιωπάται εντέχνως κάνοντας τους Σοβιετικούς γελοιογράφους να φαίνονται οπισθοδρομικοί και κομματικά – καθεστωτικά κατευθυνόμενοι κ.λπ.
Ας σταθούμε σήμερα στη γελοιογραφία του εξωφύλλου του καταλόγου, έργο του 1963 του Ιβάν Σεμιόνοφ, του οποίου και άλλα έργα της ίδιας θεματικής περιλαμβάνονται στην έκθεση.
Με τίτλο «Εγκρίθηκε ομόφωνα, με μία αποχή», μια παραλλαγή της ίδιας γελοιογραφίας από τον Γιούρι Φιόντοροφ είχε δημοσιευτεί
στο εξώφυλλο του σατιρικού σοβιετικού περιοδικού Κροκοντίλ, στα τέλη του 1962. Οι παρακμιακοί κριτές με θολωμένα βλέμματα, ίσως σε κατάσταση μέθης, ψηφίζουν με τα πόδια και εγκρίνουν τη συμμετοχή του έργου σε κάποια έκθεση, ενώ ο στερεοτυπικά και δυτικότροπα
σχεδιασμένος μοντερνιστής καλλιτέχνης, με μακριά μαλλιά, μουσάκι, πολύχρωμο πουκάμισο και τσιγάρο στα χείλη, καμαρώνει το μονοχρωματικό έργο του που έχει τοποθετηθεί οριζόντια στο πάτωμα παραπέμποντας από τη μια στη σχεδιαστική πρακτική του αφηρημένου εξπρεσιονιστή Τζάκσον Πόλοκ και από την άλλη στο Μαύρο Τετράγωνο του Κάζιμιρ Μάλεβιτς. Τέτοια έργα δεν ανταποκρίνονταν στη στράτευση και στη στιβαρότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και γίνονταν συχνά αντικείμενο σφοδρής κριτικής και γελοιοποίησης ακόμα και από τα πιο επίσημα χείλη.

Όπως γράφει ο Γιούρι Αλμπέρτ: «Λίγο νωρίτερα, την 1η Δεκεμβρίου, ο πρώτος γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του
ΚΚΣΕ και πρωθυπουργός της ΕΣΣΔ, Νικίτα Χρουστσόφ, επισκέφθηκε την έκθεση των πειραματιστών – καλλιτεχνών του στούντιο “Νέα Πραγματικότητα” στο Μανέζ, αφιερωμένη στην 30ή επέτειο του τμήματος Μόσχας της Ενωσης Καλλιτεχνών της ΕΣΣΔ (ΜΟΣΧ). Ο Χρουστσόφ εξοργίστηκε με όσα είδε, φώναζε στους καλλιτέχνες χρησιμοποιώντας χυδαία γλώσσα, τους έβριζε και πρότεινε ακόμη και την απέλασή τους από τη χώρα». Αποδεικνύοντας ότι η τέχνη παίζει συχνά πολύ μεγαλύτερο ρόλο από αυτόν που της αποδίδουμε. Και ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με την κριτική της και την παρουσίασή της.
