Το ετοιμοθάνατο Yellow Boy του Σταύρου Κιουτσιούκη σε νέες περιπέτειες

Κατά πολλούς το πρώτο κόμικς της σύγχρονης εποχής ήταν το «Yellow Kid» του Richard Outcault, που ξεκίνησε να δημοσιεύεται το 1895 με πρωταγωνιστή ένα υπερδραστήριο χαμίνι γεμάτο ζωντάνια κι ενεργητικότητα στις φτωχογειτονιές μιας αμερικανικής μεγαλούπολης.

Ξεχειλίζοντας από βία, χιούμορ και κοινωνική κριτική, οι περιπέτειες του Κίτρινου Παιδιού έσφυζαν από δράση, με δεκάδες πρόσωπα να συνωστίζονται στα στενά καρέ σε μια πολύβουη και εκρηκτική ατμόσφαιρα.

Εναν αιώνα και κάτι μετά, ένα άλλο παιδί του «ίδιου χρώματος», το κατ’ ουσίαν ασπρόμαυρο Yellow Boy (εκδόσεις Ενατη Διάσταση) του Σταύρου Κιουτσιούκη, συμμετέχει για τέταρτη φορά στις ακριβώς αντίθετου περιεχομένου «περιπέτειες».

Στο τέταρτο άλμπουμ της σειράς -το πρώτο κυκλοφόρησε το 2005- ο μικρός πρωταγωνιστής παραμένει καταβεβλημένος από μια αόριστη και μη κατονομασμένη ασθένεια, διαρκώς κλινήρης, αδύναμος, ετοιμοθάνατος, «κίτρινος» από τις κακουχίες, στο μίζερο κρεβάτι ενός αφιλόξενου νοσοκομείου.

Θεέ μου! Γιατί με εγκατέλειψες;

Με μινιμαλιστικά «σκηνικά» και με τις ιστορίες να λαμβάνουν χώρα επαναληπτικά αλλά καθόλου μονότονα σε έναν στενόχωρο νοσοκομειακό θάλαμο, γύρω από ένα, οσονούπω, νεκροκρέβατο και με λιτούς, πνευματώδεις διαλόγους ανάμεσα στο άρρωστο παιδί και έναν εσμό αθλίων που το περιτριγυρίζει, το Yellow Boy είναι μια μοναδική σάτιρα της έννοιας της τραγωδίας, μια απολαυστική παρωδία μελοδραματικής σαπουνόπερας, που ακριβώς λόγω αυτών των συνειδητών αντιφάσεων κάνει τον αναγνώστη να αισθάνεται άβολα και ιδιαιτέρως αμήχανα όταν γελά.

Γιατί δεν είναι εύκολο να κάνεις χιούμορ με ένα απολύτως μόνο, αβοήθητο και καταδικασμένο παιδί λίγο πριν το τέλος του.

Και όμως… Ο Σταύρος Κιουτσιούκης («Ο Δεξιοτέχνης», «Βυζιά» κ.ά.) για τέταρτη συνεχόμενη φορά τα καταφέρνει άριστα.

Δίνει στο βιβλίο του τον υπότιτλο «Το Κουρέλι… Τραγουδάει Ακόμη» και παρουσιάζει μια σύγχρονη εκδοχή ενός Tσάρλι Μπράουν του εικοστού πρώτου αιώνα, καλοκάγαθου και αθώου αλλά ανεπανόρθωτα loser.

Μοναδικός «φίλος» του είναι ο Χάρος που τον επισκέπτεται τακτικά για να μη χάσει το αναπόφευκτο. Αλλά το αναπόφευκτο συνεχώς αναβάλλεται και δίνει τη θέση του σε ακόμη μια παρτίδα Trivial Pursuit με τον Θάνατο σε μια διελκυστίνδα ζωής και θανάτου (κυριολεκτικά!).

Κι από κοντά γιατροί και νοσοκόμες, επιστήμονες, τραυματιοφορείς και κατά λάθος επισκέπτες που ως Αγγελοι – Εξάγγελοι, αφού δεν έχουν νέα ευχάριστα να του πουν, αντί καλύτερα να μην του πουν κανένα, εκστομίζουν ό,τι χειρότερο, κακεντρεχές και χαιρέκακο μπορεί να σκεφτεί ανθρώπου νους με θύμα ένα παιδί.

Του προτείνουν να παίξει το πτώμα σε θεατρική παράσταση, του κολλάνε ηλεκτρόδια με τσίχλα στο κεφάλι, του σερβίρουν μακαρόνια με κανέλα και φιστικοβούτυρο, το ναρκώνουν για να κάνουν ανενόχλητοι σεξ στο δωμάτιό του.

Και, χειρότερος όλων, ο πανταχού απών και άφαντος Θεός που στην ερώτηση «Θεέ μου! Γιατί με εγκατέλειψες;» απαντά με την εκκωφαντική σιωπή του, επιλέγοντας να αποδεικνύει την τεράστια δύναμή του ρίχνοντας γροθιές σε ηλεκτρονικά παιχνίδια μέτρησης δύναμης.

Θεέ μου! Γιατί με εγκατέλειψες;

Το «Yellow Boy» του Σταύρου Κιουτσιούκη είναι πανέξυπνο και γι’ αυτό ενοχλητικό.

Σε υποβάλλει στη βάσανο της αναρώτησης με ποιον πρέπει να ταυτιστείς: με το παιδί-θύμα που, έρμαιο της μοίρας και της βλακείας των ανθρώπων, διατηρεί την αξιοπρέπειά του αλλά, αργά ή γρήγορα, θα πεθάνει ή με τους θύτες του που ευτελίζουν κάθε έννοια ανθρωπισμού, αλλά ζουν και βασιλεύουν;

Οποια μεριά κι αν διαλέξεις είσαι χαμένος.