Πολύς λόγος έχει γίνει εσχάτως για τον Αρκά.
Κάποιοι έχουν ενοχληθεί από τη μεγάλη παραγωγικότητά του, λες και είναι μεμπτό για έναν καλλιτέχνη να διανύει περίοδο δημιουργικής έξαρσης ή λες και η μεγάλη ποσότητα έργων νομοτελειακά υποσκάπτει την ποιότητα.
Κάποιοι άλλοι τον κατηγορούν ότι δεν δημιουργεί στριπ «όπως παλιά», λες και η μανιέρα είναι αυτοσκοπός που όταν πάψει να εφαρμόζεται υποβαθμίζεται το έργο.
Και κάποιοι του αποδίδουν έλλειψη χιούμορ λόγω του προϊόντος πεσιμισμού του, λες και ο καλλιτέχνης δεν έχει δικαίωμα να αισθάνεται, ενδεχομένως, λίγο άβολα απαισιόδοξος από όσα βλέπει γύρω του.
Τέλος, υπάρχουν κι αυτοί που του καταλογίζουν «πολιτικό περιεχόμενο», λες και δεν έπρεπε ποτέ να καταπιαστεί στη ζωή του με τα καθημερινά πεζά που απασχολούν τους υπόλοιπους θνητούς.
«Τα Μαύρα» (εκδόσεις Γράμματα), με πρωταγωνιστή τον Χάροντα και το δρεπάνι του σε τόπους χλοερούς, επιβεβαιώνουν τη μεγάλη παραγωγικότητα, την ευελιξία, την απαισιοδοξία, την πολιτική ευθυκρισία του Αρκά. Και το ότι, ευτυχώς, μεγαλώνει παραμένοντας δημιουργικός.
