Η σχέση του Μίλο Μανάρα με την Μπριζίτ Μπαρντό κρατά από πολύ παλιά, έστω κι αν δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ο ίδιος στην «Αυτοπροσωπογραφία» του (εκδόσεις ΚΨΜ) εκμυστηρεύεται ότι αποφάσισε να στραφεί ολοκληρωτικά προς την ένατη τέχνη όταν διάβασε πρώτη φορά τα κόμικς επιστημονικής φαντασίας του Ζαν-Κλοντ Φόρεστ με πρωταγωνίστρια την Μπαρμπαρέλα. Ο Φόρεστ είχε σχεδιάσει την ηρωίδα του με πρότυπο την Μπαρντό, σούπερ σταρ τη δεκαετία του 1960.

Για την πρώτη του επαφή με την Μπαρμπαρέλα, ο Μανάρα λέει: «Κεραυνοβολήθηκα όπως ο Απόστολος Παύλος στην οδό προς τη Δαμασκό. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβα. Κατάλαβα τι ήταν εκείνο –ακριβώς εκείνο– που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Που έπρεπε να κάνω στη ζωή μου. Ετσι, εγκατέλειψα τα πάντα: την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική… όλα. Κι άρχισα να σχεδιάζω σαν μανιακός. Να σχεδιάζω κόμικς». Μπορεί στην κινηματογραφική προσαρμογή από τον Ροζέ Βαντίμ το 1968, η Μπαρμπαρέλα να ενσαρκώθηκε από την Τζέιν Φόντα, αλλά για τους αναγνώστες κόμικς η μορφή της θα ανήκε πάντα στην Μπε Μπε.

Μια εικόνα, 346 λέξεις

Τη δεκαετία του 2000, ο Μανάρα σχεδίασε μία σειρά εικόνων της Μπαρμπαρέλα με βάση την Μπαρντό για ένα φημολογούμενο ριμέικ της ταινίας, το οποίο δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Χρόνια αργότερα ανταποκρίθηκε αμέσως όταν του ζητήθηκε να σχεδιάσει μια σειρά πορτρέτων της για να δημοπρατηθούν υπέρ της χρηματοδότησης της εταιρείας της για την προστασία των ζώων. Του προτάθηκε επίσης να σχεδιάσει το μοντέλο για το άγαλμά της στο Σεν Τροπέ: «Φαντάστηκα αμέσως κάτι σαν τη Γέννηση της Αφροδίτης του Μποτιτσέλι. Η βάση του γλυπτού θα είχε τη μορφή κύματος που θα ανασήκωνε ένα κοχύλι. Και μέσα σ’ αυτό θα ήταν η Μπορντό γυμνή». Η Μπε Μπε συμφώνησε με μόνη παράκληση να αντικατασταθεί το κύμα από ένα λουλούδι με επτά πέταλα. Τη μέρα των αποκαλυπτηρίων το 2017 είχε κανονιστεί και η πρώτη συνάντησή τους. Η Μπορντό είχε θέσει ως όρο να μην υπάρχουν φωτογράφοι. Οταν έφτασε στο ξενοδοχείο και είδε ένα πλήθος να την περιμένει με αναμμένα τα κινητά τηλέφωνα, ζήτησε από τον οδηγό της να αποχωρήσουν. Δεν συναντήθηκαν ποτέ. «Λυπήθηκα» λέει ο Μίλο Μανάρα, «γιατί ήταν, και είναι, ένας υπέροχος μύθος».