Το 1947, ο 29χρονος εικονογράφος Μέντης Μποσταντζόγλου αναζητά δουλειά σε παιδικά περιοδικά. Πρώτα στο «Ελληνόπουλο / Θησαυρός των Παιδιών» ζωγραφίζει εξώφυλλα και σύντομες ιστορίες, ενώ από τον σκιτσογράφο Θέμο Ανδρεόπουλο μυείται σε ένα είδος που ακόμα δεν είχε όνομα στην Ελλάδα: τα κόμικς. Από τότε και για όλη τη δεκαετία του ’50, ο Μποστ εικονογραφεί σενάρια ανωνύμων κόμικς σε συνέχειες, για δεξιά χριστιανικά περιοδικά («Παιδόπολις», «Η Ζωή του Παιδιού»), αναμφίβολα για βιοποριστικούς λόγους.
Το 1953, όμως, έρχεται μια μεγάλη ανάθεση: το κόμικς «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» σε κείμενο Ειρήνης Φωτεινού για τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Ο Κωνσταντινουπολίτης Μποστ ξεχώριζε τον «Παλαιολόγο» ανάμεσα στα έργα του και είχε διηγηθεί τη δημιουργία του (Αρης Μαλανδράκης, «Η Λογοτεχνία στο Περίπτερο», Ελευθεροτυπία, 26/1/1992): «Σχεδιάζοντάς το, επιχείρησα διάφορα οπτικά κόλπα για να μην υπάρχει μεγάλη τυποποίηση στις σελίδες. Εβαλα, για παράδειγμα, κάποιες φιγούρες να ξεπερνούν τα όριά τους και να περνούν στο καρεδάκι της διπλανής εικόνας. (…) Η δουλειά ήταν επίπονη και κάθε σελίδα χρειαζόταν μια – δυο ημέρες για να τελειώσει. (…) Διάβαζα τους διαλόγους και αναρωτιόμουν τη μια στιγμή πώς πρέπει να είναι ο χωρικός και πώς ο ναύαρχος, λίγο πιο κάτω πώς θα είναι ντυμένοι οι στρατιώτες, τι εμφάνιση θα έχουν τα τείχη της Πόλης, τα πλεούμενα, τα όπλα και οι πολιορκητικές μηχανές κ.λπ.. Για τα ρούχα ανέτρεξα στο Λεύκωμα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων».
Αξιοσημείωτη είναι η συμβουλή που του έδωσε ο… Γιάννης Τσαρούχης: «(…) βλέποντάς με να παιδεύομαι με το κόμικς, μου λέει “Βάλε τους σαρίκια κι ας μην είναι Τούρκοι. Αρκεί να είναι πειστικοί…”». Συμβουλή που, μάλιστα, ακολούθησε! «Φόρεσα σε Ελληνες τη στολή του Δάντη Αλιγκέρι, άλλους τους έντυσα με ανατολίτικα ρούχα, σε άλλους φόρεσα φράγκικα καπέλα. Η επιμειξία Ελλήνων και Τούρκων είναι συνεχής, το ίδιο και οι επιδράσεις της Δύσης». Η ιστορία κυκλοφόρησε Μάιο του 1953 αλλά τα προβλήματα δεν είχαν τελειώσει: «Είχαμε συμφωνήσει με τον Πεχλιβανίδη την αμοιβή για το κόμικς (…) είχα υπολογίσει ότι θα μου απέδιδαν γύρω στις 25 λίρες και ήμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Ξαφνικά, γίνεται η υποτίμηση του Μαρκεζίνη και χάνω τις μισές λίρες σε αξία (…) κι έτσι την πάτησα!».
Ολες αυτές οι δυσκολίες μάλλον απέτρεψαν τον Μποστ από το να συνεχίσει στα Κλασικά Εικονογραφημένα –σύμφωνα με άλλους εικονογράφησε και τον «Βασίλειο Βουλγαροκτόνο» των Κλασικών, κάτι που δεν είναι επιβεβαιωμένο.
Σε άλλη του συνέντευξη, αποτυπώνει τα τότε κραταιά στερεότυπα για το είδος («Ο Μποστ μιλάει στο Νέο Επίπεδο», 1990): «Κόμικς είναι, νομίζω, μικρές ιστορίες κωμικές που τελειώνουν σε 3, σε 4, σε 6 το πολύ κομματάκια, τα άλλα είναι απλώς εικονογραφήσεις… Η εικονογράφηση του Παλαιολόγου τίποτα το κωμικό δεν είχε. Δηλαδή, τι; Σατίριζε την ιστορία της Αλωσης; Η λέξη κόμικ σημαίνει κάτι το κωμικό. Ετσι το καθιέρωσαν οι Αμερικάνοι». Φυσικά τα κόμικς πλέον είναι μια μεγάλη τέχνη που αγκαλιάζει και το «κωμικό» και την «Αλωση», ολόκληρο το νεανικό πέρασμα του μεγάλου δημιουργού από τα καρέ.
