Διακριτό είδος μέσα στην πανσπερμία της τεράστιας παραγωγής των ιαπωνικών κόμικς είναι τα body horror manga, με πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπό τους τον πρωτοπόρο Hideshi Hino. Γεννημένος το 1946 στην κατεχόμενη από τους Ιάπωνες Μαντζουρία στη βορειοανατολική Κίνα, ο Hino επέστρεψε με τους γονείς του στο Τόκιο υπό τον φόβο των διωγμών μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, σε μια πόλη κατεστραμμένη και σε μια χώρα ηττημένη και βαθιά τραυματισμένη.

Αν και ξεκίνησε να δημιουργεί χιουμοριστικά κόμικς σε ηλικία μόλις 21 ετών, σύντομα τον τράβηξε ο τρόμος και το 1971 εγκαινίασε τη σειρά «Το σοκαριστικό θέατρο του Hideshi Hino», ενώ το 1985 άρχισε τη σειρά σπλάτερ κινηματογραφικών ταινιών «Γκίνι Πίγκου». «Η σειρά αποτελείται από έξι ταινίες μυθοπλασίας και δύο ντοκιμαντέρ για την παραγωγή τους. Οι ταινίες αυτές αποτελούν έναν ύμνο βίας, αίματος, βασανισμών, ακρωτηριασμών και φόνων και έχουν μια ξεχωριστή, θρυλική θέση στο σύμπαν των ταινιών τρόμου, καθώς φημολογείται ότι αφενός επηρέασαν τον κατά συρροή δολοφόνο Τσουτάμου Μιγιαζάκι και αφετέρου αποτέλεσαν πηγή μιας ολόκληρης παραφιλολογίας για το αν πρόκειται για ταινίες σναφ, δηλαδή αν οι φόνοι και οι βασανισμοί που διαδραματίζονται στο σελιλόιντ είναι αληθινοί» όπως εξηγεί η Μυρτώ Τσελέντη στο επιλογικό της σημείωμα στο «Η Κόρη της Κολάσεως» (μετάφραση: Τζίνα Βάγια, 192 σελίδες).

Το πρώτο έργο του Hino (1982), που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Jemma Press, οι οποίες έχουν εκδώσει τα τελευταία χρόνια και άλλα ανάλογα manga, όπως τους «Σεληνιασμένους Εραστές» του Suehiro Maruo, τις «12 Πριγκίπισσες του Αέναου Κάστρου» του Shintaro Kago, τις «Ψηφίδες Τρόμου» του Junji Ito κ.ά., αποτελεί μια κλασική πλέον ιστορία σωματικού τρόμου γύρω από το προσωπικό τραύμα, την κοινωνική αποξένωση, τη διαφορετικότητα και την απόρριψη και παράλληλα μια τραγική αλληγορία για την κακοποίηση, την εγκατάλειψη, την αναζήτηση της θέσης στον κόσμο και τη διαμόρφωση της συνείδησης.

Πρωταγωνίστρια είναι ένα μικρό κορίτσι που γεννιέται φριχτά παραμορφωμένο και πετιέται κυριολεκτικά στη χωματερή από τον πατέρα της, ο οποίος επιλέγει να κρατήσει μόνο την «κανονική» δίδυμη αδελφή της. Μεγαλώνοντας στα σκουπίδια και τρώγοντας ωμά ζώα για να επιβιώσει, η «Κόρη της Κολάσεως» κάποια μέρα θα γίνει «Η Βασίλισσα του Νεκροταφείου» και θα σαγηνευτεί από «Τα Φώτα της Πόλης» (όπως ονομάζονται τα αντίστοιχα κεφάλαια).

Θα αναδυθεί από τον μεταφορικό Κάτω Κόσμο και θα βυθιστεί στα σκοτάδια και την υποκρισία ενός ακόμα χειρότερου, του πραγματικού, για να σκορπίσει κι εκεί τον τρόμο ακρωτηριάζοντας και τρώγοντας ανθρώπους μέσα σε λουτρά αίματος. Για να φτάσει καταδιωκόμενη σε έναν απρόσμενο «προορισμό» που της ξυπνά μια αίσθηση οικειότητας.

Εκεί θα αισθανθεί για πρώτη φορά άνθρωπος και σε ένα συγκινητικό, συναισθηματικό και διόλου «ευτυχισμένο» τέλος, θα λυτρωθεί από τον εφιάλτη στον οποίο καταδικάστηκε από μια κοινωνία που δεν ανέχεται καμιά παρέκκλιση, καμιά διαφορά.