Το «Σιμμιότο» των Σιλβέριο Πιζού και Μίλο Μανάρα (κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθ το 1982) είναι μια πολιτική αλληγορία μπολιασμένη με στοιχεία της κινεζικής μυθολογίας, αναφορές στον Μάη του ‘68 και πρωταγωνιστή έναν ανθρωπόμορφο πίθηκο που τα βάζει με κάθε μορφής εξουσία, θρησκευτική, πολιτική, στρατιωτική, οικονομική. Από την άλλη, «Η Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου» του Σιντάρο Κάγκο (Jemma Press, βλ. προηγούμενες σελίδες) είναι μια σουρεαλιστικά εφιαλτική και ταυτοχρόνως πολιτικά σατιρική κατάδυση στα παράλληλα σύμπαντα ενός τρομακτικού κόσμου που εκκινεί από την ιαπωνική ιστορία αλλά διαιρείται και αναδιπλασιάζεται με μικρές διαφοροποιήσεις απρόβλεπτων συνεπειών.

Η σχεδιαστική μαεστρία του Κάγκο πλημμυρίζει το βιβλίο με διονυσιακές σκηνές αμέτρητων παραδοξοτήτων, με χώρους και τοπία που αψηφούν τους νόμους της φυσικής, «με ατέλειωτα λαβυρινθώδη, μη ευκλείδειας γεωμετρίας κτίρια» που παραπέμπουν στον Εσερ, «κάστρα που απομακρύνονται από τη στατικότητα ενός αρχιτεκτονικού σχεδίου κι αναπνέουν σαν κλαδιά, κουνιούνται και γίνονται ασταθή με την παραμικρή -εκτός των προβλεπόμενων- παρεμβολή», όπως σημειώνει εύστοχα η Μυρτώ Τσελέντη στο επίμετρό της.

Τόσο στο «Σιμμιότο» όσο και στην «Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου», οι σχεδιαστικοί πειραματισμοί είναι διαρκείς, οι άνθρωποι παραμορφώνονται και μεταλλάσσονται χωρίς τέλος, αλλόκοτα πλάσματα διασταυρώνονται μαζί τους σε ανατριχιαστικές και σαδομαζοχιστικές ερωτικές συνευρέσεις, ενώ κυριαρχούν οι μάχες με σπαθιά που δημιουργούν αιμάτινους πίδακες, αφήνοντας διάσπαρτα διαμελισμένα πτώματα και πολτοποιημένα, κομμένα κεφάλια. Και παρά τις διαφορετικές «σχολές» στις οποίες ανήκουν οι δημιουργοί τους, παρά τη χρονική διαφορά φιλοτέχνησης των έργων τους, παρά το διαφορετικό πλαίσιο των ιστοριών, υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία, τουλάχιστον στο σχεδιαστικό μέρος, που αποδεικνύουν ότι οι μεγαλοφυΐες συχνά συναντιούνται έστω και ασυνείδητα.