Ο λόγος γύρω από τη σεξουαλική εργασία χαρακτηρίζεται σχεδόν πάντα από δυο αντίρροπες τάσεις μεταξύ των ατόμων που συνομιλούν και διατυπώνουν τις ατεκμηρίωτες, κατά κανόνα, «βεβαιότητές» τους: από τη μια βρίσκεται η ηθικολογική προσέγγιση που επικεντρώνεται στις αποκαλούμενες παρεκκλίνουσες (;) συμπεριφορές και τον μεταφορικό εγκλεισμό των «κατηγορουμένων» σε έναν βρόμικο, περιθωριακό κόσμο χωρίς διαφυγή, το επικίνδυνο φλερτ με την παραβατικότητα κ.ά. ενώ από την άλλη διατυπώνεται ένας λόγος που ηρωοποιεί τα εργαζόμενα άτομα, ενδεχομένως φετιχοποιώντας την ιδιαιτερότητα και τη φύση του σεξουαλικού επαγγέλματος ωσάν αυτό να αποτελεί πάντα επιλογή και να μη συνοδεύεται, τουλάχιστον κάποιες φορές, από κινδύνους και εκμετάλλευση.

Η πρώτη προσέγγιση συνοδεύεται συχνά από μια διάθεση οίκτου και λύπησης, από μια επίκληση και προτροπή “επανένταξης” και επιστροφής στην “κανονικότητα” πέρα από το δαιμονοποιημένο σεξ, ενώ η δεύτερη επιχειρεί, αντιθέτως, να κανονικοποιήσει πλήρως αυτήν την εργασία παραβλέποντας και αποσιωπώντας κάθε ιδιαιτερότητά της.

Στο «Hinterhof – Η Ζωή μου ως Αφέντρα» (εκδόσεις Jemma Press, μετάφραση: Λύο Καλοβυρνάς), η Anna Rakhmanko στο σενάριο και ο Mikkel Sommer στα σχέδια, έχοντας κατά το παρελθόν συνεργαστεί στο λυρικά βιογραφικό Strannik, υπερβαίνουν αυτήν τη διπολική κατάταξη και φιλοτεχνούν μια ιστορία χωρίς μανιχαϊσμούς, στερεότυπα και προκαταλήψεις για τη σεξουαλική εργασία μιας γυναίκας σε ένα στούντιο στο Βερολίνο. «“Hinterhof” στα γερμανικά θα πει “πίσω αυλή”· ένα μέρος όπου συνήθως στοιβάζονται πράγματα που δεν θέλουμε να βλέπουμε.

Μεταφορικά θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το μέρος όπου εμείς ως κοινωνία έχουμε κρύψει τη σεξουαλική εργασία. Ως εκ τούτου, φαίνεται ταιριαστό το γεγονός ότι το στούντιο όπου η Ντάσα Χινκ εργάζεται ως επαγγελματίας αφέντρα βρίσκεται ακριβώς σε μια τέτοια αυλή στο Βερολίνο» αναφέρει το επιλογικό κείμενο της έκδοσης. Η σεξουαλική εργασία είναι λοιπόν «ο ελέφαντας στην πίσω αυλή» που κάνουμε πως δεν βλέπουμε είτε γιατί κινδυνολογώντας θεωρούμε ότι καταπατά τους ηθικούς μας περιορισμούς είτε γιατί αυτάρεσκα πιστεύουμε πως έχουν αρθεί όλοι αυτοί οι περιορισμοί.

Οι Rakhmanko και Sommer υπαινίσσονται με ευθύτητα ότι ο «ελέφαντας» υπάρχει μεν αλλά, τουλάχιστον στην περίπτωση της σεξεργάτριας που πρωταγωνιστεί στο έργο τους, δεν είναι εντέλει τόσο βαρύς και δυσκίνητος.

Η Ντάσα Χινκ, πραγματικό πρόσωπο της οποίας τη ζωή περιγράφει το βιβλίο μέσω των συζητήσεων και συνεντεύξεων που έκανε με τη Rakhmanko για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι μια επαγγελματίας του σεξ με την ειδίκευση της «αφέντρας» (dominatrix) και με μια πολυπληθή πελατεία από άνδρες όλων των ηλικιών και κοινωνικών τάξεων. Και είναι απολύτως ικανοποιημένη με τη δουλειά της, με το να υποδύεται τον ρόλο της κυρίαρχης σε σύντομες, αμειβόμενες ερωτικές συνευρέσεις.

«Βρίσκω πέρα για πέρα αξιολάτρευτους τους άντρες που με επισκέπτονται στο στούντιό μου, όπως επίσης και τη σχέση που έχουν με τη σεξουαλικότητά τους. Καθώς βγάζουν τα ρούχα τους για να πάνε για μπάνιο πριν από το ραντεβού μας είναι σαν να τους κυριεύει μια υποψία ντροπής· λες και πάνω από το κεφάλι τους αιωρείται ένα σύννεφο, το οποίο φανερώνει ότι ξέρουν πως αυτό που πρόκειται να κάνουν σε λίγο είναι απίστευτα ντροπιαστικό – ν’ άνοιγε η γη να τους καταπιεί έτσι και μαθαινόταν ή τους έβλεπε κάποιος αυτή τη στιγμή. Ταυτόχρονα έχουν και μια τελείως παιδική ανυπομονησία για τη μυστηριώδη περιπέτεια που τους περιμένει. Ολα αυτά αξίζουν ενσυναίσθηση και σεβασμό» περιγράφει η Χινκ και μεταγράφει η Rakhmanko. Και συνεχίζει: «Αν θέλεις να είσαι πετυχημένη αφέντρα, η σχέση με τον εκάστοτε πελάτη είναι το Α και το Ω. Το ίδιο κι η σύνδεση κι η επικοινωνία μαζί τους. Μια αφέντρα είναι σαν ιερέας ή δημόσιος λειτουργός· οι άνθρωποι απευθύνονται σ’ εμάς».

Εχοντας πλήρη επίγνωση της θέσης της και της ευθύνης της στην ευαίσθητη όσο κι εφήμερη σχέση που συνάπτει με τους πελάτες της, αντιμετωπίζει τους άνδρες με σεβασμό και κατανόηση, χωρίς να τους κρίνει και σίγουρα χωρίς να τους κατακρίνει, ό,τι ιδιαίτερο και εξεζητημένο κι αν επιδιώκουν, όσο κι αν επιθυμούν να κατακτήσουν την ηδονή μέσω του πόνου, της σκηνοθετημένης ταπείνωσης, της χρήσης σεξουαλικών εργαλείων και αντικειμένων σχεδιασμένων και προορισμένων να προσφέρουν στιγμές οδύνης και απόλαυσης σε όσους τις επιζητούν:

«Μπορώ να γίνω η “σκύλα που ξέρει καλά τι γουστάρει” ή η “καυτή πουτανίτσα” ή η “σαγηνευτική μοιραία γυναίκα που σε βάζει σε πειρασμό”. Προετοιμάζω με φροντίδα κάθε βήμα αυτά τα πρώτα λεπτά, γιατί τα θεωρώ τις πιο όμορφες και επιδραστικές στιγμές ολόκληρης της συνεδρίας».

Τον επαγγελματισμό της Χινκ καταγράφει με προφανή συμπάθεια, αν και αποστασιοποιημένα, σχεδόν ντοκιμαντερίστικα, η Rakhmanko έχοντας τη συνδρομή του Sommer ο οποίος με τα υπέροχα σχέδια του καταφέρνει να αποδώσει ιδανικά τόσο τις στιγμές πάθους και έντασης όσο και αυτές της αμηχανίας και της σιωπής πριν και κατά τις σεξουαλικές συνευρέσεις. Σε ένα βιβλίο που αντιμετωπίζει με ψυχραιμία και χωρίς κραυγές ένα δύσκολο αλλά υπαρκτό ζήτημα.