O Γενάρης του ’43 ήταν από τους δυσκολότερους της σύγχρονης Αθήνας. Ανάμεσα στους δεκάδες της νεκρούς εκείνο τον μήνα βρισκόταν κι ένας που υπέκυψε στη φυματίωση, εκείνος που ο συνεργάτης του Κώστας Βάρναλης αποκάλεσε «τελευταίο της γενεάς των βοημών»: ο μόλις 38 χρόνων τραγουδοποιός, ηθοποιός, αρθρογράφος και σκιτσογράφος Κώστας Μπέζος.

Ο Μπέζος ήταν μια πολυτάλαντη προσωπικότητα που ασχολήθηκε με πολλές τέχνες, έζησε μια ξέφρενη ζωή και σημείωσε λαμπρή πορεία στη γελοιογραφία, τυποποιώντας τη γελοιογραφική φιγούρα του Μουσολίνι. Σε αυτό το αφιέρωμα, το Καρέ Καρέ ιχνηλατεί το σκιτσογραφικό του έργο.
Ενας μποέμ σίφουνας
H ζωή και το έργο του Κώστα (ή Κωστή) Μπέζου είναι γεμάτα γοητεία κι ερωτηματικά, γιατί ενώ πέρασε σαν σίφουνας και σάρωσε την καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδας της δεκαετίας του ’30, μετά τον θάνατό του ξεχάστηκε παντελώς. Πτυχές του έργου του ανακαλύπτονται ακόμα και σήμερα.
Γεννήθηκε το 1905 στο Μπολάτι Κορινθίας και σπούδασε στην ΑΣΚΤ, την οποία δεν ολοκλήρωσε ποτέ για χάρη της μουσικής. Το 1930 ηχογραφεί με το ψευδώνυμο Α. Κωστής τα περίφημα 12 ρεμπέτικά του, όπως το «Ησουνα ξυπόλητη» – τη διάσημη «Παξιμαδοκλέφτρα». Υστερα, παρατά εντελώς το ρεμπέτικο και συστήνει το συγκρότημα «Ασπρα Πουλιά» που ερμηνεύει ελαφρά τραγούδια και χαβάγιες. Περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα και την ανατολική Μεσόγειο και συνεργάζεται με καλλιτέχνες του θεάματος όπως οι Αττίκ, Νίκος Χατζηαποστόλου κ.ά. Παράλληλα εργάζεται στις εφημερίδες «Ακρόπολη» και «Πρωία» ως αρθρογράφος/ευθυμογράφος και σκιτσογράφος. Τέλος, μέσα στην Κατοχή, εμφανίζεται ως ηθοποιός στις χαμένες πια ταινίες «Μάγια η Τσιγγάνα» και «Διπλή Θυσία». Αεικίνητος χαρακτήρας, γοητευτικός και κομψός, ζούσε στο τώρα και ποτέ στο αύριο. Η ζωή του ήταν γεμάτη δημιουργία, γλέντι, γυναίκες και ταξίδια.

Για τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Πρωία» μας πληροφορεί ο Δημήτρης Σαπρανίδης στο βιβλίο του «Η Ιστορία της Ελληνικής Γελοιογραφίας». Ο εκδότης της «Πρωίας», Στέφανος Πεσμαζόγλου, ενδιαφέρθηκε προσωπικά για τον Μπέζο και τον προσέλαβε ως βασικό σκιτσογράφο με μισθό 5.000 δραχμών. Στις γελοιογραφίες του πρωταγωνιστούσαν καθημερινοί χαρακτήρες σε κωμικές καταστάσεις αποδομένοι με γραμμή απλή, μοντέρνα, μερικές φορές «βρόμικη», γεμάτη καμπύλες.
Ο Βάρναλης στο επικήδειο άρθρο του για τον Μπέζο διασώζει τη διαδικασία γέννησης των σκίτσων του:
«Οταν ερχότανε τα βράδια στα γραφεία της “Πρωίας” για να φκιάσει το καθημερινό του σκίτσο, ήτανε άθυμος σα να τον είχανε καταδικάσει σε καταναγκαστικά έργα.
– Τι να φκιάσω; έλεγε, το κεφάλι μου είναι άδειο.
– Κάτσε και πάρε χαρτί και πένα. Κάτι θα βγει.
Και πραγματικά, σε λίγη ώρα το σκίτσο ήτανε έτοιμο, φρέσκο και σπαρταριστό κι απορούσες πούθε βγήκε όλο αυτό το κέφι».
Ο ίδιος δεν ήταν και ο τυπικότερος συνεργάτης. Η τραγουδίστρια Δανάη Στρατηγοπούλου ανέφερε πως κάποτε στην εφημερίδα τον αναζητούσαν επί εβδομάδες για τη γελοιογραφία του ενώ αυτός βρισκόταν -χωρίς να ενημερώσει- σε περιοδεία στη Βηρυτό! Σημειώνει και ο Βάρναλης πως «αυτήν τη δουλειά (σ.σ. τη σκιτσογραφία) τη θεωρούσε ρουτινιέρικη. Κι αν μπορούσε, θα πλήρωνε όσα είχε για να την αποφύγει!» Σίγουρα το μπρίο των σκίτσων του περνάει αντίθετο μήνυμα.
Γελοιογραφώντας το ’40
Ο Σαπρανίδης σημειώνει πως ο Μπέζος δημιουργούσε γελοιογραφίες του Μουσολίνι πριν από το 1940, τις οποίες η μεταξική λογοκρισία που απαγόρευε «καθ’ οιονδήποτε τρόπον προσβολή αρχηγών μεγάλων δυνάμεων» έκοβε συνεχώς. Αναφέρει πως μέχρι την ιταλική εισβολή είχαν κοπεί 40 γελοιογραφίες του! Οταν πια ο ελληνοϊταλικός πόλεμος ήταν γεγονός και στους γελοιογράφους επιτράπηκε από τη λογοκρισία να διακωμωδήσουν τον εχθρό, ο Μπέζος έγινε πρωτοστάτης του «γελοιογραφικού έπους του ’40».

Στον Κορίνθιο σκιτσογράφο χρεώνει ο Σαπρανίδης τη γελοιογραφική τυποποίηση του Μουσολίνι: κοντό σώμα, στρογγυλό πρόσωπο με προγούλι, προτεταμένα χείλη και μικρά ολοστρόγγυλα μάτια. Η λιτή του γραμμή αποδόμησε ευφυώς την άγρια όψη που ο φασίστας δικτάτορας διαφήμιζε για τον εαυτό του και τον μετέτρεψε σε γελοίο ανθρωπάκο. Αυτή τη μορφή μιμήθηκαν οι περισσότεροι γελοιογράφοι συντελώντας στο εύθυμο κλίμα των ελληνικών μετόπισθεν. Στα χέρια του Μπέζου ο Μουσολίνι πέρασε τα πάνδεινα: έγινε Τσάρλι Τσάπλιν, τσοπάνης, ημίγυμνος «ναυαγός της Μεσογείου» και φυσικά έφαγε πολλές κλοτσιές, τσαρούχια, ακόμα και ολόκληρη την ιταλική χερσόνησο! Γελοιογραφικό του αποκορύφωμα είναι, αναμφίβολα, το σκίτσο στο οποίο απεικονίζει τον ίδιο του τον εαυτό, ντυμένο φαντάρο, να φιλά τον Ντούτσε στο μάγουλο. Η λεζάντα γράφει: «Ο σκιτσογράφος μας κ. Μπέζος στρατευθείς αποχαιρετά τους προσωπικούς του… φίλους». Τι χειρότερο να πάθει ο «νέος Καίσαρας» από το να φιληθεί από τον ίδιο του τον γελοιογράφο;

Απρίλη του ’41 ο Μπέζος με τον Μιχάλη Παπαγεωργίου σχεδίασαν μια σειρά γελοιογραφικών καρτ ποστάλ με τους Μουσολίνι και Χίτλερ οι οποίες με την κάθοδο των Γερμανών καταστράφηκαν από τον εκδότη τους λίγο πριν κυκλοφορήσουν. Στην Κατοχή, ο Μπέζος συνέχισε να σκιτσάρει και να αρθρογραφεί – φυσικά χωρίς πολιτική χροιά.
Αδοξο τέλος
«Αυτή η μποέμικη αταξία της ζωής του τον έφαγε. Διαρκώς αδυνάτιζε. Εβηχε» γράφει ο Βάρναλης. Το 1938 διαγνώστηκε με φυματίωση. Δεν σταματά εξαιτίας της την ξέφρενη ζωή του ώσπου το 1942 χειροτερεύει κρίσιμα. Φτάνει 14 Ιανουαρίου του 1943. Μέσα στο σκοτάδι της Κατοχής, ο φωτεινός Μπέζος ξεψυχά σε ένα υγρό δωμάτιο νοσοκομείου. Μεγάλη η θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο της Αθήνας, με επικήδειους στις εφημερίδες από τον Βάρναλη, τον θεατρικό συγγραφέα Σπύρο Μελά και τον γελοιογράφο και φίλο του Φωκίωνα Δημητριάδη, ενώ η Ενωση Σκιτσογράφων διοργάνωσε «έκθεση καλλιτεχνικών ενθυμημάτων» του. Περιττό να αναφερθεί πως δεν εκτέθηκαν οι πολεμικές του γελοιογραφίες.

Πριν από 80 χρόνια η Ελλάδα στερήθηκε έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη που είχε μύρια τόσα ακόμα να προσφέρει. Εναν καλλιτέχνη που, τουλάχιστον, πρόλαβε να αποδείξει πως οι Ελληνες γελοιογράφοι είχαν το θράσος ακόμα και να φιλούν υποτιμητικά τον ιδρυτή του φασισμού στο μάγουλο.
