Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση για τον αναγνώστη από το να αντιληφθεί ένα έξυπνο λογοπαίγνιο και να το αποκωδικοποιήσει. Η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι το αστείο πραγματώνεται από μια συνειδητή λεκτική ακροβασία, από μια εσκεμμένα ανοίκεια χρήση του λόγου, από ένα φαινομενικά αταίριαστο σχήμα, είναι η ίδια στιγμή που ο συγγραφέας κάθεται απέναντί σου και σου κλείνει πονηρά το μάτι καθιστώντας σε «συνένοχο» αλλά και μύστη.
Τα λογοπαίγνια αποτελούν, επίσης, ύψιστες μεταφραστικές προκλήσεις, αν και δεν είναι πάντα δυνατή η απόδοσή τους. Ενας αναπόφευκτος αστερίσκος με διευκρινίσεις στο τέλος της σελίδας προσφέρει συνήθως τη μεσοβέζικη λύση, το μη χείρον βέλτιστον.
Σε τέτοια λογοπαίγνια θα αναφερθούμε σε αρκετά από τα προσεχή τεύχη μας σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, αρχής γενομένης από το «βλάσφημο» και ευφυέστατο «Ο Ντόλης δεν απαντάει πια» των Guillaume Bouzard και Philippe Ory (μετάφραση: Αγγελος Φιλιππάτος, εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ, 2018).
Στο εκτός «νόμιμης» σειράς τεύχος, οι Γάλλοι δημιουργοί, αποτίνοντας φόρο τιμής στον Morris και στον δημοφιλή καουμπόι, χρησιμοποιούν μια σειρά από inside jokes, αυτοσαρκαστικές ατάκες και χιουμοριστικούς διαλόγους αυτοαναφορικού τύπου που απαιτούν προσοχή σε κάθε λέξη, κάθε λεπτομέρεια αλλά και καλή γνώση της ιστορίας του Λούκι Λουκ.
Για παράδειγμα, όλοι γνωρίζουν την εικόνα της τελευταίας σελίδας με τη λεζάντα «Ο άνθρωπος που πυροβολεί πιο γρήγορα από τον ίσκιο του», η οποία στο βιβλίο των Bouzard και Ory μετατρέπεται ειρωνικά στο «Ο άνθρωπος που είχε τη φαεινή ιδέα να πυροβολήσει τον ίσκιο του».
Πιο απολαυστική είναι όμως η φιλότιμη προσπάθεια του δεσμοφύλακα να κάνει (αποτυχημένο) χιούμορ με την πάθηση των Ντάλτον αποκαλώντας τη «δυσχρωματοψία», «αχρωματοψία», «πρωτανοψία», «υπερμετρωπία», «διατονία», «δαλματισμό» κ.ά. Οταν βρίσκει επιτέλους τη λέξη, ξεκαρδίζεται μόνος του στα γέλια. Αλλά δεν τη λέει δυνατά. Ωστε ο αναγνώστης να απολαύσει χαιρέκακα την ανακάλυψή του: οι Ντάλτον πάσχουν από δαλτονισμό.
