Κάθε ξεχωριστή γελοιογραφία, κάθε σκίτσο, κάθε εικόνα, κάθε καρέ από κόμικς που είχε πλάσει ο Γιάννης Καλαϊτζής μπορεί να γίνει αφορμή για να σκεφτείς, να γράψεις και να πεις πολλά. Οχι μόνο στην επέτειο του θανάτου του αλλά κάθε μέρα.
Θα επιλέξω για σήμερα ένα σκίτσο από τα λιγότερο γνωστά βιβλία του που εκφράζει απόλυτα την ειρωνεία του Καλαϊτζή και την «έργω εξύβριση» στην οποία προέβαινε απέναντι σε κάθε επιβεβλημένο άνωθεν μέτρο, σε κάθε εγκράτεια στο όνομα μιας ηθικής της σιωπής και της περιστολής του συναισθήματος.
Αναφέρομαι σε ένα σκίτσο του από το βιβλίο «Οι Αφορισμοί των Αφορεσμένων» που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Στιγμή και περιέχει αφορισμούς, σύντομα λεκτικά σχήματα γεμάτα νόημα, αιχμηρές φράσεις και πολύσημα αποφθέγματα από μια πλειάδα «ανδρών και γυναικών επιφανών» όπως ο Σοπενάουερ, ο Νίτσε, ο Οσκαρ Ουάιλντ, ο Πολ Βαλερί, ο Μποντλέρ, ο Βιτγκενστάιν, ο Κάφκα, ο Νοβάλις. Ανάμεσά τους και η Μαρί φον Εμπνερ-Εσενμπαχ.

Μεταξύ άλλων αφορισμών της Γερμανίδας συγγραφέως (μετάφραση Σπύρος Δοντάς), ο Καλαϊτζής επιλέγει και τον εξής: «Οι ολιγόλογοι πάντοτε εντυπωσιάζουν. Δύσκολα πιστεύει κανείς ότι κάποιος δεν έχει άλλο μυστικό να διαφυλάξει από την ασημαντότητά του». Κι έτσι με λίγες λέξεις καταρρίπτει τον μύθο περί της αρετής της λακωνικότητας.
Ο Πέτρος Μαρτινίδης έγραφε κάποτε («Κριτική και Ευαισθησία», εκδόσεις Νεφέλη, 2011): «Η εκστατική σιωπή δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε βαθύνοια. Μπορεί εξίσου να καλύπτει τη νοητική αδράνεια, ενώ εφησυχάζει τυχόν ανησυχίες∙ ανάγοντας τα έργα τέχνης σε κάτι σαν τις υποστάσεις του θείου, απέναντι στις οποίες ισχύει η θεολογική βεβαιότητα του περίφημου “ignoramus et ignorabimus”» (δεν ξέρουμε και δεν θα μάθουμε).
Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει καμιά θεολογική βεβαιότητα πρέπει να μιλάμε. Και να επιδιώκουμε να μας μιλούν. Χωρίς μέτρο. Οπως και ο χαμογελαστός ξυλουργός, δίπλα στους αφορισμούς της Εσενμπαχ, στο «Ξυλουργείον η Τέχνη» που με τη δική του τέχνη σαρκάζει και απορρίπτει το συντηρητικής κοπής «παν μέτρον άριστον». Οπως και ο Καλαϊτζής.
