Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεκάδες ροκ τραγουδιστές και συγκροτήματα έχουν γίνει αντικείμενα λατρείας και έχουν αποκτήσει φανατικούς οπαδούς τα τελευταία 60 χρόνια. Το φαινόμενο Ελβις Πρίσλεϊ όμως, με εξαίρεση ίσως τους Beatles, δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν.

Γεννημένος το 1935 σε μια επαρχία του Μισισίπι κατάφερε να είναι είδωλο μιας ολόκληρης γενιάς μόλις σε ηλικία 20 ετών. Ο ρυθμός του, η κίνησή του στη σκηνή, ο χορός του, η φωνή του που προσαρμοζόταν στη μελωδία με έναν ανεξήγητο τρόπο, πότε γεμάτη πάθος και υπονοούμενα στις μπαλάντες και πότε άγρια και ξεσηκωτική στα ροκ εντ ρολ και κάντρι τραγούδια του ήταν τα στοιχεία που τον μετέτρεψαν σε μύθο.

«Οταν σταματούν να μιλάνε για σένα είσαι νεκρός»

Ηταν το καλό παιδί της Αμερικής, ένας πατριώτης που υπηρέτησε ολόκληρη τη θητεία του και τραγουδούσε συχνά για τον στρατό, ενώ ταυτόχρονα έγινε ένα σεξ σύμβολο που με τις κινήσεις του, τα μαλλιά του, τις μεγάλες φαβορίτες του και τον ξέφρενο ρυθμό του έγινε ένα πολιτιστικό φόβητρο, πρωτοπόρος μιας μουσικής που αργότερα ταυτίστηκε με την αντίσταση, την αμφισβήτηση, την ελευθερία. Πρόλαβε να ανεβεί στην κορυφή, αλλά και να αποκαθηλωθεί πολύ γρήγορα, εξαρτημένος από τα φάρμακα, υπέρβαρος και για ένα διάστημα αποσυρμένος.

Πέθανε νωρίς, σε ηλικία μόλις 42 ετών αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ. «The King is gone but he’s not forgotten» (ο βασιλιάς έφυγε μα δεν ξεχάστηκε) τραγουδούσε γι’ αυτόν ο Neil Young και πράγματι οι θαυμαστές του δεν τον ξέχασαν ποτέ. Κάποιοι, μάλιστα, δεν πίστεψαν ποτέ ότι ο βασιλιάς πέθανε. Από την πρώτη μέρα του θανάτου του ακούστηκαν και γράφτηκαν αμέτρητες εικασίες για τον Ελβις. Πολλές μετατράπηκαν σε αστικούς μύθους που αμφισβητούσαν την επίσημη εκδοχή με διάφορα ευφάνταστα σενάρια.

«Οταν σταματούν να μιλάνε για σένα είσαι νεκρός»

Οπως γράφει και ο Γαβριήλ Τομπαλίδης, μεταφραστής του «The King» (εκδόσεις Μικρός Ηρως, 244 σελίδες) στον εξαιρετικό και κατατοπιστικό πρόλογό του με τίτλο «Ο Βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο Βασιλιάς» για τα περιστατικά όπου κάποιοι, κάπου «έβλεπαν» τον Ελβις: «Οι λιγοστές θεάσεις που θα μπορούσαν έστω να ληφθούν στα σοβαρά είχαν κάποια ξεκάθαρη εξήγηση που δυστυχώς για τους λάτρεις των συνωμοσιών δεν ήταν εκείνη που θα επιθυμούσαν. Οι “θεάσεις” συνεχίστηκαν και στις επόμενες δεκαετίες καταλήγοντας στις πρώτες σελίδες σκανδαλοθηρικών φυλλάδων προκαλώντας κυρίως το γέλιο».

Μια τέτοια «θέαση» είναι το κεντρικό θέμα του «The King». Το 2005, 38 χρόνια μετά τον θάνατο του Ελβις Πρίσλεϊ, εμφανίζεται στο Λας Βέγκας ένας παράξενος τραγουδιστής φορώντας κράνος και μάσκα και ντυμένος με την κλασική λευκή στολή του Ελβις και ισχυρίζεται ότι είναι ο Βασιλιάς. Στις συναυλίες του στα καζίνα του Λας Βέγκας παρατηρείται κοσμοσυρροή. Χιλιάδες άνθρωποι αποθεώνουν τον αινιγματικό ηλικιωμένο άντρα που στα σόου του τραγουδά, χορεύει και μιλά όπως ο Ελβις. Στην τηλεόραση, στις εφημερίδες και στα περιοδικά τα αφιερώματα στον σωσία, μίμο ή απατεώνα δίνουν και παίρνουν. Κάποιοι πείθονται ότι πρόκειται για τον ίδιο τον Ελβις. Ο ίδιος αυτοαποκαλείται «Θεός».

Ενας βετεράνος και παρηκμασμένος δημοσιογράφος καλείται από τον ίδιο τον παράξενο, παχουλό σόουμαν για γνωριμία και συνέντευξη. Ο Πολ Ερφουρτ έρχεται απρόθυμα στο Βέγκας με σκοπό να καλύψει το θέμα για το Time, πάλι κατ’ απαίτηση του νέου Ελβις. Και ενώ είναι βέβαιος πως πρόκειται για έναν απατεώνα που μεταμφιέζεται επιτυχημένα για να ξεγελά τους αφελείς και να δηλώνει Θεός της μουσικής, σιγά-σιγά αρχίζει να αλλάζει γνώμη.

«Οταν σταματούν να μιλάνε για σένα είσαι νεκρός»

«Ο Απόλλωνας ήταν ο θεός του τραγουδιού πολύ καιρό πριν. Υστερα όμως η ελληνική μυθολογία πέρασε στο περιθώριο, έτσι; Οταν δεν πιστεύουν πια σ’ εσένα δεν υπάρχεις. Ετσι πάνε τα πράγματα. Χάθηκε εδώ και καιρό τώρα. Πολύ καιρό στην πραγματικότητα. Αντεξε πολύ όμως. Διάολε, υπήρξαν περίπου ογδόντα θεοί ή ημίθεοι των τραγουδιών μετά από εκείνον. Κάποιοι σημαντικοί. Ο Μότσαρτ, ο Μπετόβεν φυσικά, οι Σειρήνες, σέξι κοπελιές. Διάολε, ακόμα και ο Σιντ Βίσιους ήταν ημίθεος για λίγο. Οχι για πολύ όμως. Για κανέναν μήνα. Πάμε σε μένα τώρα. Ηταν η σειρά μου…

Εντάξει, η σειρά του Ελβις να πάρει τα ηνία όταν τόσοι πολλοί άνθρωποι παγκοσμίως πίστευαν πως ήταν θεός, ενώ ακόμα βρισκόταν εν ζωή. Σπάνιο πράγμα. Το κατάλαβε αυτό λίγο πριν από το τέλος, ξέρετε. Για να γίνει πραγματικά θεός όμως κάποιος δεν μπορεί να είναι θνητός. Πρέπει να υπερβεί το γήινο πεδίο. Ζόρικο πράγμα. Και γι’ αυτό και ο Ελβις έπρεπε να πεθάνει εκείνο το βράδυ. Για να πάρει τη θέση που του ανήκει στο Πάνθεον. Τη θέση που μου ανήκει» εκμυστηρεύεται με αποφασιστικότητα στον αποσβολωμένο δημοσιογράφο. Που όσο η λογική του αντιστέκεται στο να πιστέψει τον αλλόκοτο μασκοφόρο, τόσο τα λόγια του, η αγάπη του κόσμου και οι ικανότητές του τον κάνουν να το ξανασκεφτεί, να σκαλίσει το παρελθόν του, να αναζητήσει το πρόσωπο πίσω από το προσωπείο.

«Οταν σταματούν να μιλάνε για σένα είσαι νεκρός»

Πάνω σ’ αυτήν την ιδέα στήνει ένα καθηλωτικό σενάριο ο Rich Koslowski που από τη μια θυμίζει παρωδία νουάρ και ιστοριών με γκάγκστερ, αλλά από την άλλη του δίνει την ευκαιρία για έναν πλούσιο φιλοσοφικό στοχασμό γύρω από την πίστη, την ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύψει ή να επινοήσει τους θεούς του, τον ρόλο του Τύπου στη δημιουργία, αλλά και στο γκρέμισμα των ειδώλων. Αφήνοντας πάντα μια παιχνιδιάρικη χαραμάδα πιθανότητας να μπορούσαν όλα αυτά να ήταν αληθινά.

Σ’ αυτό το κλίμα αγωνιώδους αμφιβολίας, δεν είναι τυχαίο ότι μεταξύ των πολλών ρήσεων του Ελβις που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα κεφάλαια του βιβλίου, ο Rich Koslowski επιλέγει και το «Αν με ξεχάσουν, θα πρέπει να κάνω κάτι που θα αξίζει να το θυμούνται».