Συχνές είναι οι συζητήσεις και οι διαφωνίες γύρω από το ποιο ήταν το πρώτο ελληνικό κόμικς άλμπουμ. Ανάλογα με τις προϋποθέσεις που θέτει ο καθένας και τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη, η απάντηση μπορεί να είναι διαφορετική.

Δεν υπάρχει όμως καμιά αμφιβολία ότι ένα από τα πρώτα ολοκληρωμένα βιβλία με κόμικς, αν εξαιρέσουμε τα «Κλασικά Εικονογραφημένα» καθώς και κάποιες εναλλακτικές εκδόσεις με πολιτικό περιεχόμενο, ήταν ο «Παντεχνής». Κυκλοφόρησε πριν από ακριβώς 45 χρόνια, τον Νοέμβριο του 1976, από τις εκδόσεις Ερμής, σε σενάριο του Χρήστου Πετρόπουλου και σχέδια του Πάνου Λαμπίρη. Λίγα χρόνια αργότερα μάλιστα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, επιχειρήθηκε η μεταφορά του σε σειρά κινουμένων σχεδίων αλλά το σχέδιο δεν ολοκληρώθηκε λόγω υψηλού κόστους.

Μια εικόνα, 316 λέξεις

Συνήθως τέτοιες απόπειρες χαρακτηρίζονται από ερασιτεχνισμό και χτυπητές αδυναμίες που οι αναγνώστες αντιμετωπίζουν μεταγενέστερα με κατανόηση, συγκατάβαση και συμπάθεια. Στην περίπτωση του «Παντεχνή» δεν ισχύει τίποτα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μια απόλυτα επαγγελματική και πλήρη δουλειά 48 σελίδων στα πρότυπα των γαλλικών κόμικς άλμπουμ της εποχής που απευθύνονταν τόσο σε παιδιά όσο και σε ενηλίκους.

Εγχρωμο στο σύνολό του, με ένα υποδειγματικό χειρόγραφο λέτερινγκ, με σκληρό εξώφυλλο και σε επιμέλεια του Νάσου Βακάλη, το βιβλίο παρακολουθεί την «περιπέτεια» του πολυμήχανου Παντεχνή να βγάλει χρήματα πουλώντας κάστανα μαζί με τους φίλους του, Βαρυπάτη, Φιλώραιο και Ξεχνίτζη, σε κάποια απροσδιόριστη βυζαντινή εποχή. Σε ένα γενικότερο χιουμοριστικό πνεύμα και με μια αξιέπαινη προσπάθεια απόδοσης των πραγματολογικών στοιχείων της εποχής με την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, ο «Παντεχνής» αποτελεί μια πρωτοποριακή δημιουργία σε μια εποχή που κανείς δεν φανταζόταν ότι λίγες δεκαετίες αργότερα, τα κόμικς θα μπορούσαν να διεισδύσουν τόσο βαθιά στην αναγνωστική συνείδηση.

Στην πορεία αυτή των ελληνικών κόμικς, ο «Παντεχνής» μπορεί να μην έχει γραφτεί με χρυσά γράμματα και να τον θυμούνται πια λίγοι. Η συμβολή του όμως ήταν καθοριστική. Γιατί έδειξε ότι το είδος αυτό μπορεί να γράφεται και να σχεδιάζεται και από Ελληνες δημιουργούς. Με μεγάλη επιτυχία!