Για έναν δημιουργό τέτοιου βεληνεκούς και παγκόσμιας απήχησης, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ένα πρόσωπο που κατά τη διάρκεια του πολυκύμαντου βίου του είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα, όποια λέξη κι αν χρησιμοποιήσεις προσπαθώντας να περιγράψεις τη διαδρομή του στην τέχνη και στην πολιτική δεν είναι κλισέ.

Θα δανειστώ ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Στρατή Τσίρκα, «Χαμένη Άνοιξη», που δείχνει πολλά για την ιδιοσυγκρασία του: «23 Ιουλίου 1965. Επιτέλους σχηματίζεται η πομπή. Προπορεύεται η σημαία του 114, το Κεντρικό Συμβούλιο των Λαμπράκηδων με τον Μίκη Θεοδωράκη επικεφαλής, αντιπροσωπείες της νεολαίας, πολιτικοί. Πίσω από τον νεκρό οι συγγενείς του κι ύστερα η Αθήνα ολόκληρη… Άξαφνα μια μεγάλη ομάδα από νέους και νέες, αγκαλιασμένοι μέσα στο πλήθος αρχίζει να τραγουδά. Δεν πιάνω ακόμη τα λόγια. Μα σε λίγο ξεχωρίζω: “Σωτήρη Πέτρουλα, αηδόνι και λιοντάρι, βουνό και ξαστεριά”.

-Είναι το καινούριο του Μίκη, μου λέει η Ματθίλδη, που έχει ξαναγυρίσει και μου πιάνει το χέρι. Ν’ ακούσεις τον Τάκη τον Μπενά, να διηγείται πώς γράφτηκε… Τη νύχτα, στα γραφεία της ΔΝΛ, αυτοί να συζητούν, μες στους καπνούς των τσιγάρων, και να προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα της κηδείας, κι ο Μίκης κάτι να γράφει βιαστικά σ’ ένα χαρτί, αλλοπαρμένος: -Το λόγο έχει ο πρόεδρος, λέει κάπως έντονα ο Τάκης. -Το λόγο έχει το τραγούδι, αποκρίνεται ο Μίκης, ακούστε: “Σωτήρη Πέτρουλα, σε πήρε ο Λαμπράκης σε πήρε η Λευτεριά”».

Το τραγούδι που ακούμε σήμερα ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη της σπουδαίας αυτής προσωπικότητας είναι από τους «Λιποτάκτες», σε στίχους του αδερφού του Γιάννη Θεοδωράκη.