Ο Eddie Elephant-Ears (ο Eddie με τα ελεφαντένια αυτιά) ξυπνά από κώμα. Βρισκόταν αναίσθητος στο νοσοκομείο δέκα ολόκληρα χρόνια ύστερα από τροχαίο ατύχημα. Ολοι οι δικοί του σκοτώθηκαν επιτόπου. Είναι πια 19 ετών, χωρίς μνήμες από την προηγούμενη ζωή του. Τα μόνα που θυμάται είναι τα μπισκότα που του έφτιαχνε η γιαγιά του, τη συλλογή του από καπάκια μπίρας και εκείνη την ημέρα που έπεσε μέσα στην παγωμένη λίμνη μέχρι να τον τραβήξει έξω την τελευταία στιγμή ο μπαμπάς του.

Θυμάται όμως και τα κόμικς που διάβαζε στα εννιά του πάνω στο κομιξόδεντρό του. Γυρίζει στο σπίτι του, κάπου στη χιονισμένη επαρχία του Καναδά. Τίποτα δεν του θυμίζει κάτι. Αρχίζει να αναρωτιέται μήπως ακόμα και οι ελάχιστες μνήμες του είναι πλασματικές. Μήπως όλα αυτά τα ονειρεύτηκε στα χρόνια του κώματος; Μήπως του τα είπαν για να αισθάνεται καλύτερα;

Ο Eddie Elephant-Ears είναι μόνος και απελπισμένος σε ένα σπίτι που του είναι ξένο. Μέχρι που βλέπει ένα δέντρο. Είναι το δέντρο «του». Σκαρφαλώνει δειλά και ανακαλύπτει τη σανίδα στην οποία καθόταν. Και ένα κόμικς. Μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια χαμογελά. Οι αγαπημένες του παιδικές ιστορίες ήταν αυτές που ο αναγνώστης μπορούσε να επιλέξει ποια θα ήταν η συνέχεια και να αποφασίσει ποια εκδοχή της αφήγησης θα κρατήσει. Την ώρα που το χαμόγελο τον επαναφέρει στη ζωή μέσω των κόμικς, στο βάθος ένας ελέφαντας φεύγει τρέχοντας από τον τεράστιο αχυρώνα για να συνεχίσει κι αυτός κάπου αλλού τη ζωή του αφήνοντας τον Eddie να θυμηθεί -και να ζήσει- τη δική του.