Σε προηγούμενο φύλλο αναφερθήκαμε στα πολλά περιστατικά της χρήσης και ένταξης μιας εικόνας κάποιου καλλιτέχνη στο έργο κάποιου άλλου καλλιτέχνη. Οπως γράφαμε, αυτό μπορεί να είναι αποτέλεσμα πρόθεσης απότισης φόρου τιμής, παρωδίας, λογοκλοπής ή απλά σύμπτωσης. Οπως έγραφε και το περιοδικό The Comics Journal που εντόπιζε και παρουσίαζε τέτοιες περιπτώσεις, η απόφαση ανήκει στην κρίση του αναγνώστη.
Κάποιες περιπτώσεις, ωστόσο, είναι ξεκάθαρες. Οπως αυτή της εκτεταμένης χρήσης της τεχνοτροπίας αλλά και συγκεκριμένων εικόνων του Τεν Τεν του Herge από τον Charles Burns. Ο τρόπος ένταξης των εικόνων του Herge στις ιστορίες του Burns είναι προδήλως παρωδιακός. Αποπλαισιώνει τις εικόνες και τις αναπλαισιώνει σε νέα συμφραζόμενα, σε νέα περιβάλλοντα. Αυτό αποτελεί συστατικό στοιχείο της παρωδίας, την πεμπτουσία της ίσως. Γιατί δεν στοχεύει στην πρόκληση γέλιου αλλά στον αναστοχασμό πάνω στο αρχικό περιεχόμενο και, γιατί όχι, στην κριτική του.
Αν ο Herge έχει χαρακτηριστεί ο βασικός εκπρόσωπος της «καθαρής γαλλοβελγικής γραμμής» σε clean-cut ιστορίες, ο Burns είναι ο διάδοχός του σχεδιαστικά αλλά στα τέλη του 20ού αιώνα, στην εποχή της κοινωνικής υποκρισίας, του AIDS, της αποσύνθεσης του κοινωνικού και οικογενειακού ιστού. Οσο καθαρές και «διδακτικές» είναι οι εικόνες του Herge και απαλλαγμένες από οτιδήποτε «ακατάλληλο», τόσο πιο προκλητικές γίνονται αυτές του Burns.
Οταν ο Τεν Τεν απεικονίζεται χαμογελαστός γύρω από πυξίδες, αερόστατα, σκήπτρα, αγαλματίδια και καράβια που μαρτυρούν τις περιπέτειές του, οι χαρακτήρες του Burns περιτριγυρίζονται από πιστόλια, τάφους, τέρατα, νεκροκεφαλές και αρρώστια. Και η «καθαρή» γραμμή μένει μόνο σχεδιαστικά τέτοια αλλά θεματικά γίνεται βρομερή όπως η κοινωνία που περιγράφει.
