«Ζητήστε δουλειά. Αν δεν σας δώσουν δουλειά, ζητήστε ψωμί. Αν δεν σας δώσουν ούτε δουλειά ούτε ψωμί, πάρτε το ψωμί!» Αυτά τα λόγια που φέρνουν στον νου τους «Αθλιους» και τον «κλέφτη» Γιάννη Αγιάννη, ήταν αρκετά για να οδηγήσουν την αναρχική και φεμινίστρια Εμα Γκόλντμαν στο δικαστήριο με την κατηγορία της υποκίνησης ταραχών και εν συνεχεία στη φυλακή το 1893. Η Γκόλντμαν τα είχε απευθύνει ως προτροπή στους απεργούς και τους διαδηλωτές της Νέας Υόρκης που διεκδικούσαν καλύτερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Η φυλάκιση αυτή της εικοσιτετράχρονης τότε Γκόλντμαν ήταν η πρώτη αλλά όχι η τελευταία στην πολιτικά πολυτάραχη ζωή της, όπως την περιγράφει με κόμικς η Sharon Rudahl (εκδόσεις The New Press, 2007). Γεννημένη στη Λιθουανία, μετανάστευσε στα 17 της χρόνια στις ΗΠΑ και ως εργάτρια ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική και ακτιβιστική δράση.

Ασπάστηκε τον αναρχισμό και ήταν παρούσα σε κάθε μεγάλη λαϊκή και ταξική κινητοποίηση, «ενοχλώντας» συχνά τις αρχές με το μαχητικό της πνεύμα. Το 1901 κατηγορήθηκε ως συνεργός στην απόπειρα δολοφονίας του Αμερικανού προέδρου William McKinley, αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων αθωώθηκε.

Το 1916, οδηγήθηκε και πάλι σε δίκη για διανομή προκηρύξεων υπέρ της αντισύλληψης και του δικαιώματος των γυναικών να αποφασίζουν για το σώμα τους και την εγκυμοσύνη τους. Καταδικάστηκε και πάλι και έμεινε στη φυλακή για μικρό διάστημα. Το 1917 συνελήφθη εκ νέου για προπαγάνδα ενάντια στη συμμετοχή των ΗΠΑ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Φυλακίστηκε για τρίτη φορά και επειδή θεωρούνταν πλέον ιδιαίτερα επικίνδυνο πρόσωπο για τη δημόσια τάξη, εκτοπίστηκε στη Ρωσία όπου έζησε από κοντά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης και τη διάρρηξη των σχέσεων ανάμεσα σε μπολσεβίκους και αναρχικούς. Πήρε το μέρος των δεύτερων και έμεινε για πάντα πιστή στις ιδέες της, γράφοντας συνεχώς και κάνοντας ταξίδια σε πολλές χώρες για πολιτικούς λόγους.

Το 1936 βρέθηκε στην Ισπανία για να ταχθεί στο πλευρό των αναρχικών κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Πέθανε το 1940 στον Καναδά. Η επιγραφή στον τάφο της αναφέρει: «Η ελευθερία δεν θα κατέβει στον λαό. Ο λαός πρέπει να ανέβει στην ελευθερία».