Τα κόμικς που έμειναν στην ιστορία ως Epinal ξεκίνησαν να κυκλοφορούν στην ομώνυμη πόλη της Γαλλίας στα τέλη του 18ου αιώνα. Αποτελούνταν από ισομεγέθη πάνελ (συνήθως 9, 12 ή 16 ανά σελίδα) και ποτέ τα λόγια δεν τοποθετούνταν μέσα στην εικόνα αλλά τη συνόδευαν στο κάτω μέρος της. Ενα από τα θέματά τους ήταν και ο έρωτας. Με αφορμή τη «γιορτή των ερωτευμένων» σε λίγες μέρες, ας διεκπεραιώσουμε το αναβληθέν, ας παγιώσουμε το εκκρεμές κι ας ομολογήσουμε την επιθυμία.

Μια εικόνα, 308 λέξεις

Η επιθυμία είναι το πιο απλό και ανθρώπινο πράγμα που υπάρχει. Τότε γιατί οι επιθυμίες μας είναι για εμάς ανομολόγητες, γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να τις εκφέρουμε; Τόσο δύσκολο μάλιστα που καταλήγουμε να τις κρατάμε κρυφές, χτίζοντας γι’ αυτές μια μυστική κρύπτη εντός μας, όπου παραμένουν ταριχευμένες, εν αναμονή.

Δεν μπορούμε να φέρουμε στο επίπεδο της γλώσσας τις επιθυμίες μας, γιατί τις φανταστήκαμε. Στην πραγματικότητα η κρύπτη περιέχει μόνο εικόνες, όπως ένα εικονογραφημένο βιβλίο για παιδιά που δεν γνωρίζουν ακόμη ανάγνωση, όπως οι images d’ Epinal ενός αναλφάβητου λαού. Το σώμα των επιθυμιών είναι μία εικόνα.

Και ό,τι είναι ανομολόγητο στην επιθυμία, είναι η εικόνα που κατασκευάσαμε. Να μοιράζεσαι με κάποιον τις επιθυμίες σου χωρίς όμως τις εικόνες είναι κτηνώδες. Να μοιράζεσαι μαζί του τις εικόνες σου αλλά χωρίς τις επιθυμίες, είναι κάτι το αηδές και πληκτικό (σαν να διηγείσαι τα όνειρα ή τα ταξίδια). Αλλά εύκολο σε αμφότερες τις περιπτώσεις. Να μοιράζεσαι με κάποιον τις επιθυμίες που φαντασιώθηκες και τις φαντασιώσεις που πόθησες είναι το πλέον παρακινδυνευμένο και επίπονο έργο.

Γι’ αυτό και το αναβάλλουμε. Μέχρι τη στιγμή που αρχίζουμε να κατανοούμε ότι θα παραμείνει για πάντα αδιεκπεραίωτο, εκκρεμές. Και ότι αυτή η ανομολόγητη επιθυμία είμαστε εμείς, για πάντα φυλακισμένοι στην κρύπτη.

Απόσπασμα από το κείμενο του Giorgio Agaben με τίτλο «Η Επιθυμία» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Βεβηλώσεις» (μετάφραση: Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδόσεις Αγρα, 2006).