Δεν πρέπει να ήμουν το μόνο παιδί που σκιαζόταν στη θέα του Αϊ-Βασίλη. Μεγαλώνοντας το άκουσα κι από άλλους πως δεν ένιωθαν και πολύ βολικά δίπλα του. Ποτέ δεν τον συμπάθησα τον γέρο.

Μήπως έφταιγε η πρόωρη επίγνωση της μη ύπαρξής του; Μήπως η λογική σκέψη πως είναι αδύνατο ένας παχουλός παππούς να προλαβαίνει να επισκεφτεί τρία δισεκατομμύρια σπίτια σε ένα βράδυ πάνω σε ένα έλκηθρο που σέρνουν τάρανδοι; Και ακόμα κι αν τα κατάφερνε, πώς γινόταν να μην πηγαίνει ποτέ στα πολύ φτωχά παιδάκια της γειτονιάς που, και την επομένη των Χριστουγέννων, πάλι με την ίδια τρύπια μπάλα βγαίναν για παιχνίδι; Ή μήπως έφταιγε ότι του ζητούσα κάθε χρόνο να μου φέρει την Αρτα και τα Γιάννενα για δώρο κι «αυτός» μου έφερνε ένα επιτραπέζιο;

Οταν πλέον το πήρα απόφαση ότι ο χοντρός είναι μια μεγάλη απάτη για να παραμυθιάζονται τα παιδιά, να διαφημίζεται η κόκα κόλα και να φωτογραφίζονται στην αγκαλιά του τα πιτσιρίκια, αγάπησα ακόμη περισσότερο τον πατέρα μου που ποτέ δεν προσπάθησε να με πείσει για το αν ο Αϊ-Βασίλης υπάρχει ή δεν υπάρχει. Και πάντα μου άφηνε δίπλα στο δέντρο αποβραδίς ένα παιχνίδι που με πόνο άντεχε η τσέπη του και ήξερε πως θα μου αρέσει, αν και δεν ήταν το ανέφικτο (και πανάκριβο) που είχα ζητήσει.

Μπαμπάδες και μαμάδες, πριν αναγκάσετε τα παιδιά σας να χαϊδεύονται πάνω σε έναν (υποτίθεται) ηλικιωμένο γενειοφόρο (με μούσι από τα Lidl και εύφλεκτη κινέζικη στολή) και πριν σκηνοθετήσετε ολόκληρη παράσταση για να υποκριθείτε την έλευσή του βεβαιωθείτε για το αν το παιδί σας νιώθει ασφάλεια με κάτι τέτοιο. Ποτέ μη λέτε ότι ο Αϊ-Βασίλης φέρνει δώρα μόνο στα «καλά παιδιά», γιατί έτσι τα παιδιά που δεν θα πάρουν δώρα μεταμορφώνονται στα μάτια των άλλων παιδιών, και ακόμα χειρότερα στα δικά τους μάτια, σε «κακά».

Και ρίξτε μια ματιά στο εξώφυλλο από το χριστουγεννιάτικο, εικοστό όγδοο τεύχος του «The Witching Hour».

Μια εικόνα, 314 λέξεις