Η «Γιορτή των Αθανάτων» (1980 – στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βαβέλ και στη συνέχεια από την Ars Longa) του Enki Bilal είναι μια σκληρή μελλοντολογική μπαρόκ όπερα και ταυτόχρονα ένα από τα εμβληματικά έργα επιστημονικής και πολιτικής φαντασίας των ευρωπαϊκών κόμικς. Στο Παρίσι του 2023, που κινδυνεύει από επιδημίες και τρομοκρατικές επιθέσεις, καταφθάνει σε μια διαστημική κάψουλα καταψύξεως, εξόριστος από το παρελθόν και παγωμένος ο Αλσίντ Νικοπόλ για να βρεθεί στο επίκεντρο ενός παιχνιδιού εξουσίας ανάμεσα σε γελοίους δικτατορίσκους, τσαρλατάνους της Εκκλησίας, ιπτάμενους εξωγήινους και κακούς Αιγύπτιους θεούς.

Στο παρανοϊκό αυτό κλίμα σήψης, παρακμής και διαφθοράς ο Νικοπόλ, άθελά του και εν μέρει ερήμην του, θα χριστεί ηγέτης της νέας επαναστατικής κυβέρνησης κατά του φασισμού. Και κάπου τότε εμφανίζεται ο πανομοιότυπος και συνομήλικος μαζί του, γιος του που μεγάλωνε κανονικά όσο ο Νικοπόλ περιφερόταν στο διάστημα σε χειμερία νάρκη. Ε, δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος για να τρελαθεί. Ο Νικοπόλ, με ακρωτηριασμένο το ένα πόδι και με μια τρύπα στην καρδιά παραφρονεί. Κι αρχίζει να απαγγέλλει στίχους του Μποντλέρ από τα «Ανθη του Κακού»!

«Εσύ, ο πιο όμορφος και ο πιο σοφός απ’ τους αγγέλους / Θεέ που η μοίρα σε πρόδωσε και δεν σου ψέλνουν ύμνους / Ω Σατανά τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου / Συ, που όλα τα γρικάς, τρανέ ρήγα του κάτω κόσμου / Και γιατρευτή πονετικέ κάθε αγωνίας ανθρώπου / Ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου…»

Απογοητευμένος και προδομένος από τους «καλούς» αυτού του κόσμου, αναζητά σωτηρία στο απόλυτο κακό. Μα ούτε ο Σατανάς δεν θα τον λυπηθεί και ο Νικοπόλ, ένας απόβλητος από το παρελθόν που δεν χωράει στο μέλλον, θα αποχαιρετήσει τον κόσμο τούτο και θα αποσυρθεί στους σκοτεινούς διαδρόμους μιας ψυχιατρικής κλινικής. Θνητός κι ανυπεράσπιστος, αθώος και καθαρός σε έναν κόσμο κατώτερό του, θα βρει αποκούμπι στον Μποντλέρ. Και θα σκάσει στα γέλια. Γιατί, όπως έγραφε και ο Μποντλέρ «το γέλιο είναι εν γένει κλήρος των τρελών […] όλοι οι τρελοί των ασύλων έχουν υπέρμετρα ανεπτυγμένη την ιδέα της ανωτερότητάς τους».