Μέχρι και τα μισά περίπου του εικοστού αιώνα οι γηγενείς Αμερικανοί αντιμετωπίζονταν στον κινηματογράφο και τα κόμικς ως «πρωτόγονοι» που στέκονταν εμπόδιο στην ανάπτυξη και την πρόοδο. Οι Ινδιάνοι παρουσιάστηκαν σε πληθώρα περιπετειών ως άγριοι και απολίτιστοι, βάρβαροι και δεισιδαίμονες σε αντίστιξη με τους λευκούς ευγενείς εξερευνητές. Ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις που δεν ακολουθήθηκε αυτή η ρατσιστική μανιέρα. Μία από αυτές, ιδιαίτερη και διαφορετική από κάθε άλλη, ήταν η βραχύβια σειρά κόμικς «White Boy» (1933-1936) του Garrett Price. Η ιστορία εξελισσόταν στην Αγρια Δύση με πρωταγωνιστή ένα νεαρό αγόρι που «υιοθετείται» από μια φυλή Ινδιάνων μετά από μια αιματηρή μάχη τους με τους λευκούς.

Αν και στην αρχή ο μικρός είναι ουσιαστικά αιχμάλωτος των Ινδιάνων ψάχνοντας διαρκώς τρόπους για να αποδράσει, προοδευτικά εγκαταλείπει την ιδέα αντιλαμβανόμενος την απλότητα και την ομορφιά της ζωής τους, τη δυνατή σχέση τους με τη φύση, τη βαναυσότητα και την αγριότητα με την οποία τους συμπεριφέρονται οι άνθρωποι της φυλής του. Πέραν όμως του τόσο ξεχωριστού σεναρίου για την περίοδο του Μεσοπολέμου, η σειρά χαρακτηρίστηκε από τα εκπληκτικά σχέδια του Garrett Price που πειραματίστηκε με πολλές και διάφορες τεχνικές, αποδίδοντας με μοναδικά χρώματα τη φύση και τη ζωή στην ύπαιθρό, τα άγρια ζώα, τα αφιλόξενα τοπία, τις ερήμους και τα βουνά που περικύκλωναν μια ολιγομελή ομάδα Ινδιάνων με ειρηνικές διαθέσεις.

Είναι βέβαιο πως αν ο Garrett Price εξακολουθούσε να φιλοτεχνεί κόμικς, θα τον κατατάσσαμε σήμερα στους πρωτοπόρους της ένατης τέχνης δίπλα στον Winsor McCay, τον George Herriman, τον Roy Crane κ.ά. Εγκατέλειψε όμως ξαφνικά τα κόμικς τον Αύγουστο του 1936, για να αφοσιωθεί στην εικονογράφηση και τη γελοιογραφία όπου και έκανε πολύ σπουδαία καριέρα συνεργαζόμενος με σημαντικά έντυπα όπως ο New Yorker. Αφησε όμως για παρακαταθήκη τη σπουδαία σειρά «White Boy» που προηγήθηκε της εποχής της, ζητώντας έμμεσα συγγνώμη για τα μαζικά εγκλήματα που είχαν προηγηθεί εναντίον των Ινδιάνων.
