Από τότε που η χώρα εντάχθηκε στους μηχανισμούς επιτήρησης της οικονομίας της, γεννήθηκε ένα μανιχαϊστικό και απλοϊκό δίπολο: μνημονιακοί εναντίον αντιμνημονιακών. Η όξυνση της αντίθεσης ανάμεσα στους υποστηρικτές κάθε πόλου εξυπηρέτησε επί σειρά ετών όσους επιδίωκαν να αναρριχηθούν στην εξουσία για να «αλλάξουν τα πράγματα».

Το πετύχαιναν αργά, αλλά σταθερά. Ολοι γνωρίζαμε ότι πλησιάζει η στιγμή που οι λεγόμενοι αντιμνημονιακοί θα έσκιζαν τα μνημόνια, «θα τα καταργούσαν με ένα νόμο» όπως διατυμπάνιζαν.

Ως τότε οι κυβερνήσεις άλλαζαν σαν τα πουκάμισα. Παπανδρέοι, Σαμαράδες, Καρατζαφέρηδες, Βενιζέλοι, Κουβέληδες, Παπαδήμοι, Στουρνάρες καταπίνονταν ένας ένας από το τέρας της λήθης, τιμωρημένοι από τη μνημονιακή τους εμμονή. «Η ελπίδα ερχόταν». Και ήρθε. Και μετά έφυγε.

Η κατάληξη του στριπ του Helm από την εφημερίδα «Η Ελλάδα Αύριο» και το άλμπουμ «Σοβαρά Τώρα» (εκδόσεις Comicworld) με τον απελπισμένο ψηφοφόρο να δηλώνει τον τρόμο του μπρος στο ενδεχόμενο επανάληψης της μνημονιακής επιλογής των ψηφοφόρων χρονολογείται από το 2012.

Τότε ο συγκεκριμένος ψηφοφόρος έκανε πέτρα την καρδιά του και ξύπνησε. Περίμενε αρκετό καιρό ακόμα για να ξυπνήσει μια μετεκλογική Δευτέρα με χαρά. Το χάρηκε λίγες εβδομάδες, λίγους μήνες. Χαμογέλασε το χειλάκι του. Και τότε άρχισαν να έρχονται οι κατραπακιές η μία μετά την άλλη. Και το χαμόγελο έγινε απάθεια. Εγινε βαρυθυμία, απόσυρση, παραίτηση, απόγνωση.

Αυτό που του έκαναν αυτοί που του στέρησαν το χαμόγελο είναι χειρότερο απ’ όσα έκαναν οι προηγούμενοι. Ας χαρούν ακόμη λίγο στην εξουσία τους, στις τηλεοπτικές στημένες κόντρες τους με τους αντίστοιχους αναλώσιμους «μαϊντανούς» της άλλης πλευράς, στον συναγελασμό τους με διαπλεκόμενους επιχειρηματίες, ακροδεξιούς και παπάδες.

Η πολιτική της καθημερινής ζωής θα επιστρέψει. Και δεν θα αφορά ούτε τα μνημόνια ούτε τις εκλογές. Θα αφορά την επιβίωση. Θα είναι άγρια. Και, ελπίζω, εκδικητική.