Εχει περάσει, ευτυχώς, ανεπιστρεπτί η εποχή που για να θεωρηθείς σημαντικός δημιουργός έπρεπε να σχεδιάζεις τουλάχιστον σαν τον Bilal ή τον Manara.

Λίγες γραμμές και φαινομενικά απλά σχέδια όταν συνοδεύονται από ευφυή σενάρια ανατρεπτικού χιούμορ μπορούν να συνθέτουν συναρπαστικές μικρές ιστορίες.

Το Full Phat του Βαγγέλη Χατζηδάκη έχει πολλές τέτοιες

Τα κόμικς δεν είναι μόνο σχέδια. Εχουν και σενάρια. Και, πάνω απ’ όλα, είναι αφηγήσεις.

Είναι μια οπτική και αφηγηματική τέχνη. Από τα συστατικά που τη συνθέτουν κανένα δεν είναι δευτερεύον.

Ολα συμβάλλουν με όρους ισοτιμίας στο τελικό αποτέλεσμα. Γιατί το ζητούμενο είναι ο αρμονικός συνδυασμός τους σε σχέση πάντα με το θέμα της ιστορίας και τις προθέσεις του δημιουργού τους.

Τα κόμικς του Copi και του Reiser παλαιότερα, με την επιτηδευμένη τραχύτητά τους, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του Dalmaviva με τις σφραγισμένες πόρτες κελιών, η ομοιομορφία και η σχεδιαστική απλοποίηση των σταθερών χαρακτήρων στο «Σπιφ και Σπαφ» του Τάσου Ζαφειριάδη ή των μεταβαλλόμενων προσώπων της σειράς «Cyanide and Happiness» έχουν καταστήσει σαφές και με εμφατικό τρόπο ότι η αφήγηση δεν μπορεί να βασίζεται, τουλάχιστον όχι αποκλειστικά, στην πιστότητα των αναπαραστάσεων και τα συμπληρωματικά «καλολογικά» στοιχεία.

Η πολυποικιλότητα των επιτυχημένων κόμικς της εποχής μας αποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν στεγανά και προϋποθέσεις.

Και η επιτυχία, συνήθως, έρχεται απρόβλεπτα.

Κόμικς με όλα τους τα λιπαρά

Απρόβλεπτη ήταν και η τεράστια επιτυχία των κόμικς του Βαγγέλη Χατζηδάκη όταν ξεκίνησε η δημοσίευσή τους στην πάντα ανοιχτή και φιλόξενη σε νέες τάσεις πλατφόρμα του socomic.gr πριν από περίπου δύο χρόνια.

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα απέκτησαν χιλιάδες φίλους και επισκέπτες.

Η ηλεκτρονική τους δημοσίευση είναι από τότε αδιάλειπτη ενώ πέρυσι κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος με το μέχρι τότε υλικό και πριν από λίγες εβδομάδες ο δεύτερος, αμφότεροι από τις εκδόσεις Jemma Press.

Με τον εσκεμμένα παραπλανητικό τίτλο «Full Phat 3 (τυριά)» και εξώφυλλο ένα ολόκληρο κεφάλι τυρί «είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας “Full Phat” που αποτελείται από πέντε βιβλία» όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Και επιπλέον «περιέχει 100% αγνά και άσπιλα Phat Comicz, γνωστά κυρίως σαν το καλύτερο κακό κόμικ στην Ελλάδα».

Ο Χατζηδάκης προφανώς αυτοσαρκάζεται με μετριοφροσύνη όταν χαρακτηρίζει το έργο του «κακό», η αλήθεια όμως είναι ότι τα κόμικς του είναι το ακριβώς αντίθετο.

Είναι γεμάτα από λογοπαίγνια, επιτυχημένα κατά πλειονότητα και με λιγοστές εξαιρέσεις, βασίζονται σε γλωσσικές συγχύσεις μεταξύ αλλοπρόσαλλων χαρακτήρων που διαρκώς «πέφτουν από τα σύννεφα» και σε κυριολεκτικές προσλήψεις μεταφορών, παρομοιώσεων και μετωνυμιών που δημιουργούν εικονογραφημένα ανέκδοτα.

Αλλά εξίσου επιτυχημένα είναι και τα σχέδια, η υποτιθέμενη «αχίλλειος πτέρνα» του δημιουργού τους.

Αφενός γιατί αποδεικνύουν τη δυνατότητα και την ικανότητα ενός καλλιτέχνη να εξωθεί την απλοποίηση στα άκρα χωρίς, ωστόσο, να απεμπολεί την παραπομπή των αφηγήσεων του σε «πραγματικά» φανταστικά πρόσωπα και υπαρκτές καταστάσεις, αφετέρου γιατί η απλοποίηση αυτή έχει στόχο τον ιδεότυπο των πρωταγωνιστών, δηλαδή ημών των αναγνωστών.

Ενας κύκλος με δυο τελίτσες για μάτια και δυο γραμμές για φρύδια που εξαφανίζονται στο ένα καρέ και επανεμφανίζονται στο επόμενο αποκτά άφθαστη εκφραστικότητα όταν εισάγεται σ’ αυτόν μια μαύρη «τρύπα» στόματος που αλλάζει σχήματα και αποδίδει μια ατέλειωτη γκάμα συναισθημάτων.

Κόμικς με όλα τους τα λιπαρά

Μια μικρή λεπτομέρεια μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ του ανιαρού, του επίπεδου, του άνευρου από τη μια και του απολαυστικού, ευφυούς, εμπνευσμένου από την άλλη.

Το έργο του Χατζηδάκη, μέσα στη φαινομενική σχεδιαστική του απλότητα και εσκεμμένη «αδεξιότητα» είναι γεμάτο από τέτοιες μεταφορικές «χοάνες-στόματα» που εντέλει υποβαθμίζουν και παραμερίζουν στην αναγνωστική συνείδηση το σχεδιαστικά «ατημέλητο» επιτρέποντας να υπερτερήσει το αφηγηματικά άριστο.