ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο για την καφεξάρτηση, ο εθισμός μας στον καφέ είναι ένα σύνθετο βιο-ψυχολογικό και κοινωνικο-πολιτισμικό φαινόμενο, που δεν εξαντλείται στη βιοχημική επίδραση της καφεΐνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στον εγκέφαλό μας. Και η ήπια κατανάλωση καφέ φαίνεται πως συμβάλλει όχι μόνο στην πρόληψη πολλών χρόνιων παθήσεων, αλλά και στην παράταση του προσδόκιμου ζωής των ατόμων που πίνουν καθημερινά από 3 έως το πολύ 5 φλιτζάνια καφέ.

Αν αυτό ισχύει, όπως υποστηρίζουν οι πιο πρόσφατες σχετικές ιατρικές έρευνες, τότε τόσο η δαιμονοποίηση όσο και η γενικευμένη υγειονομική απαξίωση του εθιστικού καφέ όχι μόνο παραβλέπουν ανεπίτρεπτα τα νέα επιστημονικά δεδομένα, αλλά υποτιμούν την ανθρωπολογική σημασία της καθημερινής τελετουργίας του καφέ και τον κοινωνικό ρόλο της κατανάλωσής του στις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Σημειωτέων ότι ο εθισμός του 80%, περίπου, των ανθρώπων στην καθημερινή κατανάλωση καφέ συνέβη σταδιακά και σχετικά πρόσφατα στην ανθρώπινη ιστορία, αφού τους καρπούς της καφέας απολάμβαναν αρχικά μόνο οι Αιθίοπες στην Αφρική, οι Αραβες και οι Βεδουίνοι στη Μέση Ανατολή, και κατόπιν, οι άλλοι Μουσουλμανικοί λαοί, ενώ οι Ευρωπαίοι αγνοούσαν παντελώς την ύπαρξη του καφέ μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα! Πράγματι, το διηπειρωτικό ταξίδι των καρπών του καφέ ξεκίνησε από την Αιθιοπία, όπου τα δενδρύλλια καφέας είναι αυτοφυή και μεγαλώνουν ελεύθερα. Και πιθανότατα ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, οι Αιθίοπες κατανάλωναν τους καρπούς της καφέας ανεπεξέργαστους, δηλαδή τους μασούσαν σαν ξηρούς καρπούς ή τους άλεθαν σε μικρούς σβώλους για να απολαμβάνουν ταχύτερα τις διεγερτικές και αναζωογονητικές ιδιότητες αυτών των πολύ πικρών καρπών.

Από την Αιθιοπία ο καφές πέρασε στην Υεμένη και από εκεί, διαδόθηκε, περίπου το 900 μ.Χ., σε διάφορους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι τελειοποίησαν -κατά τον 14ο αιώνα- τις καφεϊκές απολαύσεις, με το καβούρδισμα και το βράσιμο στο νερό των αλεσμένων κόκκων καφέ. Και μόνο από τον 17ο αιώνα άρχισε να διαδίδεται στην Ευρώπη η μόδα κατανάλωσης του κλεμμένου από τους Αραβες καφέ.

Πώς εξηγείται, ωστόσο, η μετέπειτα πλανητική επιτυχία και η σχεδόν καθολική ανάγκη κατανάλωσης του «εξωτικού» καφέ; Γιατί δηλαδή, κατά τη νεωτερική εποχή, ο καφές έγινε… το όπιο των λαών; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα πρέπει να ανακαλύψουμε τις χημικές ιδιότητες που κρύβουν οι κόκκοι καφέ και πιο συγκεκριμένα την εξαρτησιογόνο αλλά ευεργετική δράση της «σκοτεινής» καφεΐνης στον ανθρώπινο οργανισμό.

Η καφεΐνη ως εθιστικό ψυχοσωματικό ελιξίριο

Η καφεΐνη, σήμερα, είναι αναμφίβολα η πιο διαδεδομένη νόμιμη εθιστική ουσία, που βρίσκεται σε διάφορα ποτά και τροφές. Ο καφές και τα ενεργειακά ποτά περιέχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά καφεΐνης, ενώ το τσάι, το κακάο και η σοκολάτα περιέχουν μικρότερες ποσότητες. Ενα φλιτζάνι καφέ, για παράδειγμα, περιέχει κατά μέσο όρο από 70 έως 150 mg καφεΐνης (η συγκέντρωσή της αλλάζει ανάλογα με το είδος καφέ), το μαύρο τσάι περιέχει 47 mg καφεΐνης, και τα αναψυκτικά τύπου κόλα ή τα ενεργειακά ποτά περιέχουν εξίσου υψηλά ποσοστά καφεΐνης με τον καφέ.

Πάντως, η περιεκτικότητα της καφεΐνης στον καφέ εξαρτάται αφενός από τις ποικιλίες των κόκκων καφέ που αναμειγνύονται, από το μέγεθος του αλέσματός τους, από τον τρόπο καβουρδίσματος και παρασκευής, από τον χρόνο εκχύλισης και αφεταίρου από το μέγεθος των φλιτζανιών, δηλαδή από την ποσότητα του καφέ που τελικά πίνουμε.

Η επίδραση, ωστόσο, του καφέ στον οργανισμό δεν εξαρτάται μόνο από την περιεκτικότητά του σε καφεΐνη ή την ποσότητα που καταναλώνει κανείς ημερησίως, αλλά και από τις εγγενείς ικανότητες μεταβολισμού του καφέ από κάθε οργανισμό, διότι βέβαια όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν τις ίδιες μεταβολικές επιδόσεις στην αφομοίωση του καφέ. Αυτό αποκαλύφθηκε εντοπίζοντας τις γενετικές μεταλλάξεις στα γονίδια που εμπλέκονται στον ανεπαρκή μεταβολισμό του καφέ. Ετσι, ανακάλυψαν ότι η καφεΐνη έχει διαφορετικές επιπτώσεις σε κάθε άνθρωπο, επειδή η ταχύτητα και η πληρότητα του μεταβολισμού της εξαρτάται από διάφορους ενδογενείς φυσιολογικούς-γονιδιακούς παράγοντες, αλλά και από εξωγενείς παράγοντες όπως η ηλικία, η ημερήσια ποσότητα κατανάλωσής της και η παράλληλη χρήση από τον οργανισμό άλλων εθιστικών ουσιών, όπως π.χ. το αλκοόλ και η νικοτίνη.

Σε έναν υγιή ενήλικο οργανισμό η καφεΐνη απορροφάται μέσω της γαστρεντερικής οδού μέσα σε περίπου 45 λεπτά, ενώ η μέγιστη συγκέντρωσή της στο πλάσμα του αίματος παρατηρείται 15 λεπτά έως 2 ώρες μετά την πρόσληψή της. Αυτοί οι χρόνοι αφομοίωσης και μεταβολισμού του καφέ είναι πολύ μεγαλύτεροι στα άτομα με γαστρεντερικές παθήσεις και γενετική δυσανεξία στην καφεΐνη, καθώς και στις γυναίκες κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης.

Η καφεΐνη ή 1,3,7-τριμεθυλοξανθίνη είναι ένα φυσικό αλκαλοειδές που βρίσκεται στα φύλλα, τους καρπούς και στους κόκκους των φυτών του καφέ, του τσαγιού, του κακάο. Στον ανθρώπινο οργανισμό λειτουργεί ως μια ήπια εθιστική ουσία, και η καθημερινή κατανάλωσή της προκαλεί σωματική και ψυχολογική εξάρτηση, διότι η δράση της στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα βασίζεται στους ίδιους νευρολογικούς μηχανισμούς με τις αμφεταμίνες και την κοκαΐνη – βέβαια η επίδραση της καφεΐνης είναι πολύ μικρότερη. Αυτό το γεγονός προάγει τον καφέ σε ιδανική καθημερινή διεγερτική ουσία, αφού η ήπια κατανάλωσή του όχι μόνο δεν βλάπτει αλλά συμβάλλει συνήθως στην καλύτερη λειτουργία του οργανισμού μας: μειώνει την κόπωση, αυξάνει την ενεργητικότητα, αναστέλλοντας προσωρινά την ανάγκη για ύπνο.

Επιπλέον, σε μικρές ημερήσιες δόσεις (2-5 φλιτζάνια καφέ), λειτουργεί ως καρδιοτονωτικό και ως ήπιο διουρητικό, ενώ σε πολύ μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσει έντονη νευρικότητα, αϋπνία, κρίσεις πανικού και έντονου άγχους, ταχυκαρδίες, πονοκεφάλους και γαστρικά προβλήματα. Με ημερήσια κατανάλωση άνω των 5 γραμμαρίων καφεΐνης τα συμπτώματα υπερβολικής κατανάλωσης καφεΐνης γίνονται μόνιμα και τότε οι νευροπαθολόγοι μιλάνε για «καφεϊνισμό», δηλαδή για μια ακραία μορφή δηλητηρίασης από υπερβολική συγκέντρωση καφεΐνης, που ενδέχεται να οδηγήσει ένα άτομο ακόμη και σε θανατηφόρο κώμα.

Γιατί η ήπια καθημερινή κατανάλωση κυρίως της καφεΐνης του καφέ δημιουργεί ευεξία και προστατεύει την υγεία, ενώ η διαρκής υπερκατανάλωση τη βλάπτει; Η απάντηση είναι ότι η καφεΐνη επενεργεί ως διεγερτικό του εγκεφάλου και του περιφερειακού νευρικού συστήματος λόγω της ανταγωνιστικής δράσης της προς την αδενοσίνη. Η αδενοσίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής που παίζει αποφασιστικό ρόλο στη ρύθμιση πολλών δραστηριοτήτων του εγκεφάλου και ειδικότερα στον έλεγχο των καταστάσεων της διέγερσης και του ύπνου. Η παρουσία της καφεΐνης δεσμεύει τους υποδοχείς της αδενοσίνης στον εγκέφαλο και στον περιφερειακό νευρικό ιστό, με αποτέλεσμα να διεγείρει τις δραστηριότητες του νευρικού ιστού αναστέλλοντας πρόσκαιρα τη δράση των νευρικών σημάτων της αδενοσίνης για τη χαλάρωση και τον ύπνο. Οταν αυτή η υπερδιέγερση γίνεται μόνιμη -λόγω υπερκατανάλωσης καφεΐνης- τότε ο οργανισμός απορρυθμίζεται και εμφανίζει σοβαρές παθολογικές καταστάσεις.

Αραγε, οι καταχρήσεις και οι σπάνιες παθολογίες από την υπερκατανάλωση καφέ νομιμοποιούν επιστημονικά τη νέα αντικαφεϊνική προπαγάνδα; Και ποιο είναι το βιοπολιτικό διακύβευμα της επιβολής μιας ζωής ντεκαφεϊνέ στο όνομα της υγείας; Ή, αντίθετα, πρόκειται για μια ανεπαρκώς τεκμηριωμένη επιστημονικά, υγειονομικά τρομοφοβική και βιοπολιτικά κατασταλτική «θεραπευτική αγωγή», που στοχεύει -αδιάκριτα και απρόσωπα- στην εξάλειψη τόσο των αρνητικών όσο και των θετικών επιδράσεων της καφεΐνης στη ζωή των ανθρώπων;

Το βιοπολιτικό πρόταγμα μιας ζωής… ντεκαφεϊνέ

Μολονότι εθιστική και εξαρτησιογόνος ουσία, η καφεΐνη είναι, αναμφίβολα, το πιο δημοφιλές εγκεφαλικό ελιξίριο. Και οι πιο αρνητικές επιπτώσεις από την κατανάλωσή της σχετίζονται είτε με ατομικές διαφορές στη γενετική ικανότητα μεταβολισμού της καφεΐνης είτε με παθολογικήδυσανεξία ακόμη και στην ήπια κατανάλωση καφέ. Εξάλλου, όπως επιβεβαιώνεται από τις πιο πρόσφατες κλινικές και επιδημιολογικές ιατρικές έρευνες, η ήπια κατανάλωση καφέ (3 έως 5 φλιτζάνια ημερησίως) όχι μόνο δεν βλάπτει τον οργανισμό, αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, σε αρκετές περιπτώσεις, συμβάλλει αποφασιστικά τόσο στη βελτίωση της λειτουργίας του όσο και στην προστασία του από πολλές παθήσεις. Επομένως η βιοπολιτική της αποτοξίνωσης από την καφεΐνη είναι κάθε άλλο παρά προφανής ή εύλογη υγειονομική ανάγκη, όταν δεν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι για εξάλειψη του καφέ.

Ο όρος «βιοπολιτική» είναι ένας νεολογισμός που εισήγαγε, ήδη από το 1976, ο διάσημος ιστορικός φιλόσοφος Μισέλ Φουκό (M. Foucault) για να περιγράψει τις καινοφανείς τεχνικές διαχείρισης και αναρρύθμισης τόσο της ζωής όσο και του θανάτου των ανθρώπινων πληθυσμών από τη νεωτερική εξουσία. Και η πλανητική επικράτηση της βιοπολιτικής ως κυρίαρχης εξουσιαστικής πρακτικής είχε ως συνέπεια την υιοθέτηση νέων πρακτικών άσκησης της εξουσίας, οι οποίες δεν περιορίζονται σε μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές κοινωνικές ομάδες, αλλά εφαρμόζονται σε ολόκληρους πληθυσμούς και τελικά στο σύνολο των ανθρώπων.

Την αυγή της τρίτης χιλιετίας, οι τομείς της σωματικής και ψυχονοητικής υγείας, της αναπαραγωγής, της μακροζωίας, καθώς και της μετανάστευσης των ανθρώπινων πληθυσμών αποτελούν τα κατεξοχήν αντικείμενα άσκησης της μετανεωτερικής βιοπολιτικής, σύμφωνα με την οποία η «αξία» μιας ανθρώπινης υγιούς ζωής δεν αποτιμάται τόσο ή μόνο με οικονομικούς όρους, αλλά πρωτίστως με βιοπολιτικά κριτήρια. Πράγματι, στις μέρες μας, τόσο ο δημόσιος κοινωνικοπολιτικός μας «βίος» όσο και η ιδιωτική βιολογική μας «ζωή» έχουν αναδειχθεί σε αντικείμενα διαχείρισης και χειραγώγησης από την τρέχουσα βιοπολιτική εξουσία, η οποία ασκείται κυρίως μέσω της επιβολής της διαρκούς ανασφάλειας και του φόβου. Κάτι που αποκαλύπτεται τόσο από την αποκλειστικά βιοπολιτική αντιμετώπιση της πρόσφατης πανδημίας του κορονοϊού, όσο και από τη δημόσια καταστολή του δικαιώματος των ανθρώπων στο κάπνισμα και στην κατανάλωση καφέ.

Δυστυχώς, στις μέρες μας, βλέπουμε να επιστρέφει το φάντασμα του ολοκληρωτισμού πιο απειλητικό από ποτέ, επειδή εμφανίζεται με το ωραιοποιημένο προσωπείο της «βιοασφάλειας» και της υποκριτικής βιοϊατρικής μέριμνας για την υγεία των πολιτών. Οι οποίοι δεν έχουν πλέον ούτε ελευθερία επιλογής ούτε το νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης της υγείας τους, αλλά μόνο υποχρεώσεις σε μια βιοπολιτικά προδιαγεγραμμένη ατομική και συλλογική «βιοασφάλεια».

Το να αποδεχτούμε πειθήνια και αδιαμαρτύρητα τη νέα απανθρωποιητική βιοπολιτική που μας επιβάλλεται στο όνομα μιας δήθεν ρεαλιστικής υγειονομικής πραγματικότητας θα ισοδυναμούσε με οικειοθελή παραχώρηση του παρόντος και του μέλλοντός μας στον Μεγάλο Αδελφό.