ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από δύο εβδομάδες σήμανε το πρώτο κουδούνι του νέου σχολικού έτους. Χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες γέμισαν ξανά τις σχολικές αυλές με τις χαρούμενες φωνές και τα παιχνίδια τους. Ομως, αυτή η ειδυλλιακή εικόνα παιδαγωγικής ευφορίας δεν ισχύει για όλους. Ενας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός παιδιών και εφήβων -από 5 έως 16 ετών- βιώνει με κυμαινόμενα αισθήματα φόβου, έντονου άγχους ή και πανικού το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς. Και δεν πρόκειται μόνο για τους λεγόμενους «ανεπίδεκτους μαθήσεως» ή τους «κακούς» μαθητές, αλλά για καλούς ή και άριστους μαθητές, οι οποίοι, χωρίς κάποια εμφανή αιτία, αντιμετωπίζουν κυριολεκτικά με τρόμο την επιστροφή τους στην τάξη.

Οι ειδικοί εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι και παιδοψυχίατροι περιγράφουν αυτή τη διαταραχή στη συμπεριφορά των μαθητών ή των μαθητριών ως «σχολειοφοβία», η οποία εκδηλώνεται με μια σειρά από καθημερινές αγχωτικές και φοβικές σχολικές συμπεριφορές, που πλήττουν το 5-6%, περίπου, του μαθητικού πληθυσμού. Και οι γονείς ή οι δάσκαλοι τι κάνουν για να την αντιμετωπίσουν; Συνήθως τίποτα σωστό, επειδή δεν διαθέτουν αφ’ ενός τα απαραίτητα εργαλεία για την έγκαιρη διάγνωσή της και αφ’ ετέρου τον χρόνο για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της. Ενώ πολύ συχνά ευθύνονται οι ίδιοι, άμεσα ή έμμεσα, για τις εκδηλώσεις αυτής της διαταραχής.

Ο Νίκος είναι ένα ευγενικό και μοναχικό παιδί 12 ετών, που από την πρώτη Δημοτικού ένιωθε δυσφορία καθώς πήγαινε στο σχολείο και φοβία ή τρόμο όταν βρισκόταν μέσα στην τάξη. Αυτά τα φοβικά συναισθήματα εκδηλώνονταν ποικιλοτρόπως: κάθε πρωί, πριν φύγει για το σχολείο, παραπονιόταν ότι έχει ημικρανίες και πόνους στο στομάχι, ενώ μόλις περνούσε την είσοδο του σχολείου αισθανόταν έντονη αγωνία ή και πανικό. Μια απλοϊκή εξήγηση θα ήταν ότι ο Νίκος είναι αδιάβαστος και άρα προσποιείται πως είναι άρρωστος για να αποφύγει τις συνέπειες. Ομως, το παιδί έχει προετοιμάσει καλά τα μαθήματα της επόμενης μέρας και κανονικά δεν θα έπρεπε να νιώθει αγωνία μήπως τον εξετάσουν.

Οταν η μητέρα του Νίκου, απολογούμενη για την προβληματική συμπεριφορά του παιδιού, τόλμησε να αρθρώσει τον όρο «σχολική φοβία» για να δικαιολογήσει την αρνητική και απροσάρμοστη σχολική συμπεριφορά του παιδιού της, συνάντησε μόνο τη δυσπιστία ή την ειρωνεία των αρμόδιων εκπαιδευτικών. Μολονότι ο όρος για τη συγκεκριμένη εκπαιδευτική δυσανεξία είχε εισαχθεί στην παιδαγωγική ψυχολογία, ήδη από το 1941, από την πρωτοπόρο Αμερικανίδα ψυχίατρο Adelaide Johnson (βλ. φωτ.), εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία τόσο από τους γονείς όσο και από αρκετούς δασκάλους-καθηγητές.

Σχολειοφοβία ως πρώιμη εκπαιδευτική διαταραχή

Σήμερα, η πλειονότητα των ειδικών δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία για τη «σχολειοφοβία» (school phobia), δηλαδή τόσο τα έντονα φοβικά αισθήματα όσο και τις ψυχοσωματικές αντιδράσεις που εκδηλώνουν ορισμένα παιδιά όταν εξαναγκάζονται να ενταχθούν, πολύ συχνά διά της βίας, στον αγχογόνο «σχολικό οικότοπο», δηλαδή στις περίπλοκες κοινωνικές σχέσεις και τις μαθησιακές υποχρεώσεις που δημιουργούνται σε ένα πιεστικό εκπαιδευτικό περιβάλλον. Στατιστικά, αυτή η σχολική διαταραχή εκδηλώνεται συχνότερα στα αγόρια ηλικίας 5-17 ετών, ενώ περίπου το 80% των παιδιών που υποφέρουν -αγόρια και κορίτσια- είναι μοναχοπαίδια ή πρωτότοκα παιδιά.

Πάντως η σχολειοφοβία δεν είναι ούτε εύκολα διαγνώσιμη ούτε απλή στη διαχείρισή της διαταραχή. Μόνο ύστερα από εξαντλητικές ιατρικές εξετάσεις οι ειδικοί μπορούν να αποκλείσουν την οργανική παθολογική προέλευση των καθημερινών συμπτωμάτων σχολειοφοβίας (πονοκέφαλος, πονόκοιλος, ναυτία, ίλιγγος, εμετός, δύσπνοια κ.λπ.). Οσο για τους παράγοντες που εμπλέκονται στην εμφάνισή της είναι πολλοί: το υπερβολικό άγχος αποχωρισμού ορισμένων νηπίων από τους γονείς, οι αυταρχικές ή βίαιες συμπεριφορές δασκάλων και συμμαθητών, η αποτυχία προσαρμογής στα εκπαιδευτικά προγράμματα, το μέγεθος των τάξεων, οι συχνές εξετάσεις, οι υπερβολικά υψηλές σχολικές ή/και γονεϊκές απαιτήσεις, η παρουσία πραγματικών μαθησιακών προβλημάτων, σοβαρά οικογενειακά προβλήματα κ.ά.

Οι εξισωτικές και ισοπεδωτικές εκπαιδευτικές αρχές στις οποίες βασίζεται η μαζική εκπαίδευση εφαρμόζονται, συνήθως, άκριτα και χωρίς να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη -από τους γονείς και από τους περισσότερους εκπαιδευτικούς- οι ατομικές γνωσιακές και ψυχολογικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των εκπαιδευόμενων. Με αποτέλεσμα να εμφανίζονται οι εκπαιδευτικές διαταραχές της σχολειοφοβίας και της άρνησης για το σχολείο

Ετσι, πριν φύγουν για το σχολείο τα σχολειοφοβικά παιδιά νιώθουν διαρκώς έντονη δυσφορία, κλαίνε και εκλιπαρούν τους γονείς τους να μείνουν στο σπίτι. Αν παρ’ όλα αυτά τα εξαναγκάσουν να πάνε στο σχολείο, τότε οι εκδηλώσεις γίνονται πολύ πιο έντονες: τα μικρότερα παιδιά (5-7 ετών) έχουν πονοκεφάλους, έντονους πόνους στο στομάχι και συχνά κάνουν εμετό, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά το σκάνε από το σχολείο για να επιστρέψουν στο σπίτι. Συνήθως, τέτοιες αποκλίνουσες σχολικές συμπεριφορές αντιμετωπίζονται ως καπρίτσια κακομαθημένων παιδιών ή ως παιδιάστικες αντιδράσεις, που, όταν γίνονται μόνιμες, οδηγούν τους υπεύθυνους (γονείς, δασκάλους, καθηγητές) σε ανάλγητες τιμωρητικές πρακτικές.

Τι γίνεται όμως αν δεν πρόκειται για παιδικά καπρίτσια ή για εφηβικές αντι-σχολικές ανταρσίες, αλλά, αντίθετα, για τα συμπτώματα μιας βαθύτερης ψυχικής διαταραχής που εκδηλώνεται στις φαινομενικά «παράλογες» σχολειοφοβικές αντιδράσεις; Και γιατί η σχολειοφοβία αντιμετωπίζεται, συνήθως, εξαλείφοντας τα συμπτώματα και όχι τα βαθύτερα αίτιά της;

Ενα τυπικό γνώρισμα των σχολειοφοβικών παιδιών είναι ότι ηρεμούν πλήρως όταν μένουν στο σπίτι και δεν υποχρεώνονται να πάνε στο σχολείο. Τότε, οι ανήσυχοι γονείς τους διαπιστώνουν (εσφαλμένα) ότι έχουν υγιέστατα παιδιά, τα οποία, μάλιστα, προσπαθούν να δικαιολογήσουν ή να εκλογικεύσουν τα σχολειοφοβικά τους αισθήματα: ρίχνοντας π.χ. τις ευθύνες στον αυστηρό δάσκαλο, στους κακούς συμμαθητές που συνεχώς τους πειράζουν ή επικαλούνται ως αιτία την πρόσφατη αλλαγή σχολείου κοκ. Και, κάθε φορά, υπόσχονται ότι «σύντομα» θα επιστρέψουν στο σχολείο χωρίς προβλήματα.

Μια απολύτως ειλικρινής υπόσχεση στον εαυτό τους και τους άλλους, την οποία δεν θα τηρήσουν όχι γιατί δεν το θέλουν, αλλά γιατί δεν μπορούν! Και δεν μπορούν να την τηρήσουν, επειδή στα σχολειοφοβικά παιδιά ενεργοποιείται ένας αυτοκαταστροφικός φαύλος κύκλος από αγχωτικά και αντιφατικά μεταξύ τους συναισθήματα (ευθύνης, φυγής και ντροπής).

Η εφηβική σχολική άρνηση από εκπαιδευτική δυσφορία

Επομένως, τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να αναγνωρίσουν εγκαίρως τα ύποπτα συμπτώματα που εμφανίζει ένα παιδί κι αν διαπιστώσουν την ύπαρξή τους δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να τα αφήσουν να γίνουν χρόνια, αλλά να τα αντιμετωπίσουν άμεσα με τη βοήθεια των αρμόδιων ειδικών. Στην αντίθετη περίπτωση, η παραγνώριση και η πλημμελής αντιμετώπιση των φοβικών σχολικών συμπτωμάτων ενδέχεται να έχουν ολέθριες συνέπειες στη φυσιολογική ψυχονοητική ανάπτυξη και την κοινωνικοποίηση των σχολειοφοβικών παιδιών.

Η σχολική άρνηση είναι ένας όρος που εισάγεται, το 2010, από τον C.A. Kearney για να περιγράψει ένα ευρύ φάσμα αρνητικών μαθητικών συμπεριφορών απέναντι στο σχολείο και στις εκπαιδευτικές πρακτικές. Οι έφηβοι που εκδηλώνουν άρνηση για το σχολείο, απουσιάζουν συστηματικά από τα μαθήματα όχι τόσο για να απολαύσουν ένα χαρούμενο σκασιαρχείο με τις/τους συμμαθητές τους, αλλά εξαιτίας κάποιας ακραίας μορφής υπερβολικού άγχους και απαξίωσης της σχολικής πραγματικότητας.

Πώς, όμως, αντιμετωπίζονται η άρνηση για το σχολείο και η λίγο ώς πολύ συνειδητή απόρριψη των καθιερωμένων παιδαγωγικών πρακτικών από τους ή τις εφήβους; Το βέβαιο είναι ότι η έντονη εκπαιδευτική δυσφορία και οι ψυχοσωματικές διαταραχές που τη συνοδεύουν, δεν αντιμετωπίζονται με την εξασφάλιση ειδικών ιατρικών αδειών που θα επιτρέψουν στις ή στους μαθητές να μελετούν στο σπίτι. Μια τέτοια «λύση» απλώς θα επιδείνωνε τα πρόβλημά τους, διότι αν αποφεύγουν ή παρακάμπτουν συνεχώς τις σχολικές καταστάσεις που τους δημιουργούν έντονο άγχος δεν θα μάθουν ποτέ να το αντιμετωπίζουν ή να το εκμεταλλεύονται προς όφελός τους. Ούτε όμως αλλάζοντας διαρκώς σχολεία λύνεται το πρόβλημα, αφού το ζητούμενο δεν είναι απλώς η επιστροφή του μαθητή στη σχολική πραγματικότητα, αλλά η προσωπική επιλογή ένταξης και προσαρμογής στα, συνήθως, δυστοπικά πρότυπα σχολικής πειθαρχίας.

Οσο για τη φαρμακολογική αντιμετώπιση των πιο επίμονων σχολικών φοβικών και αντιεκπαιδευτικών αισθημάτων, αποτελεί την πιο εύκολη φαινομενικά, αλλά και την πιο επιβλαβή προσέγγιση του προβλήματος. Ενδείκνυται μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όταν οι φοβίες ή ο πανικός συνδέονται με κάποια σοβαρή μορφή κατάθλιψης. Εξάλλου, η χορήγηση τέτοιων αντικαταθλιπτικών ή ψυχοκατασταλτικών ουσιών δεν συνιστάται ποτέ ως θεραπευτική αγωγή για ανήλικα άτομα.

Η μόνη δυνατότητα θεραπευτικής παρέμβασης που απομένει, στο πλαίσιο του υπαρκτού σχολικού συστήματος, είναι η συστηματική ψυχοθεραπευτική αγωγή των μαθητών/μαθητριών, ενίοτε και των γονιών τους. Πάντως, ο στόχος της εκπαιδευτικής ψυχοθεραπείας δεν είναι η αναζήτηση των βαθύτερων αιτιών για τις αρνητικές (επιθετικές ή/και φοβικές) σχολικές συμπεριφορές· κάτι τέτοιο θα απαιτούσε υπερβολικά πολύ χρόνο και, μάλιστα, με αμφίβολα αποτελέσματα.

Ενας κατάλληλα εκπαιδευμένος σχολικός ψυχοθεραπευτής, αντίθετα, θα προσπαθήσει να «απαλλάξει» τους μαθητές ή τις μαθήτριες από τις εμφανώς αυτοκαταστροφικές και αντικοινωνικές συμπεριφορές τους, προτείνοντάς τους κάποια εναλλακτικά, πιο συμβατικά πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία ενδέχεται να τους οδηγήσουν στο να επιλέξουν μια διαφορετική, πιο συμβατική σχολική ζωή.

Δυστυχώς, αυτή η πολύ διαδεδομένη συμπεριφοριστική ψυχοθεραπευτική αγωγή δεν αποβλέπει στη μεγαλύτερη αυτογνωσία των πιο «προβληματικών» μαθητών ή μαθητριών, ούτε καν στη συνειδητοποίηση και την επίγνωση των βαθύτερων ατομικών, κοινωνικών και παιδαγωγικών αιτιών της σχολικής δυσανεξίας τους, αλλά αποκλειστικά στην εξάλειψη των πιο ενοχλητικών συμπτωμάτων της. Συνεπώς, μόνο η αποσχολειοποίηση με τις εναλλακτικές και πολύ πιο ελεύθερες παιδαγωγικές πρακτικές μπορούν να επαναφέρουν το ενδιαφέρον των εφήβων για τη γνώση σε ένα δημιουργικό σχολικό περιβάλλον.