ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σπύρος Μανουσέλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σήμερα θα παρουσιάσουμε την εναλλακτική ανθρωπολογική θεωρία της «γυναίκας κυνηγού», η οποία βασίζεται στις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις της ανθρώπινης φυσιολογίας, της βιοχημείας και της παλαιο-γενετικής σχετικά με τις βιολογικές ιδιαιτερότητες των γυναικών. Πολύ πρόσφατες έρευνες που, από κοινού, διαψεύδουν τα επίμονα κοινωνικά και επιστημονικά ιδεολογήματα για τη δήθεν κοινωνική κατωτερότητα των γυναικών κατά την παλαιολιθική εποχή (και όχι μόνο).

Η κυρίαρχη -μέχρι σήμερα- παλαιοντολογική και βιοανθρωπολογική άποψη υποστηρίζει ότι ο άνδρας κυνηγός ήταν ο βασικός πρωταγωνιστής της ανθρώπινης εξέλιξης κατά την παλαιολιθική εποχή, ενώ οι γυναίκες είχαν έναν δευτερεύοντα και μάλλον παθητικό ρολό. Αυτή η εξόφθαλμα σεξιστική θεωρία περί ανδρών κυνηγών είναι η επίσημα αποδεκτή βιοανθρωπολογική άποψη, τουλάχιστον από το 1968, όταν οι κορυφαίοι παλαιοντολόγοι Richard Lee και Irven DeVore δημοσιεύσαν την περίφημη τότε ανθολογία επιστημονικών μελετών με τίτλο «Ο άνδρας κυνηγός» (Man the hunter), στην οποία υποστήριζαν απερίφραστα ότι: «Η ζωή του άνδρα κυνηγού παρείχε στο είδος μας τα βασικά συστατικά στοιχεία για την επίτευξη του πολιτισμού: τη γενετική ποικιλομορφία, τη λεκτική επικοινωνία, τον συντονισμό της κοινωνικής ζωής».

Ομως, όπως είδαμε αναλυτικά στο προηγούμενο άρθρο (βλ. Μηχανές του Νου 6.7.24), οι βαθύτατα ριζωμένες σεξιστικές και βιοανθρωπολογικές προκαταλήψεις υπέρ των ανδρών κυνηγών δέχτηκαν, πριν από έναν χρόνο, ένα θανάσιμο πλήγμα από τις επιτόπιες ανθρωπολογικές έρευνες που έγιναν σε 63 διαφορετικές ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, που επιβιώνουν μέχρι σήμερα στη Βόρεια και Νότια Αμερική, την Αφρική, την Ασία, την Αυστραλία και την Ωκεανία.

Αυτή η νέα ανθρωπολογική και εθνολογική ανάλυση της ομαδικής ζωής των σημερινών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών αποκάλυψε ότι σε αυτές τις ομάδες το 79% των γυναικών κυνηγά συστηματικά, καθώς και ότι σε ποσοστό 70% οι θηλυκές κυνηγητικές πρακτικές τους δεν είναι τυχαίες ή περιστασιακές, αλλά σκόπιμες και αφορούν σχεδόν κάθε είδος θηραμάτων. Ωστόσο, στη διάψευση του μυθεύματος για τους εκ φύσεως άνδρες κυνηγούς και τις γυναίκες τροφοσυλλέκτριες συνέβαλαν, εκτός από τις νέες ανθρωπολογικές-αρχαιολογικές έρευνες, και οι πιο πρόσφατες ανατομικές φυσιολογικές και γενετικές αναλύσεις των ιδιαίτερων σωματικών γνωρισμάτων και των διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες.

Πάντως, αυτές οι διαφορές ανάμεσα σε αρσενικά και θηλυκά άτομα, σε άντρες και γυναίκες αφορούν αποκλειστικά τις βασικές βιολογικές-σεξουαλικές διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στο ανθρώπινο είδος (και ευρύτερα στα πρωτεύοντα θηλαστικά) και όχι τις αντίστοιχες κοινωνικές διακρίσεις σε άνδρες και γυναίκες ή τις κυρίαρχες κάθε εποχή έμφυλες συμπεριφορές και ρόλους, δηλαδή τους ποικιλόμορφους τρόπους που τα άτομα βιώνουν, επιλέγουν και εκφράζουν την «έμφυλη» κοινωνική τους ταυτότητα, η οποία μπορεί κάλλιστα να μην ταυτίζεται με τη συνήθη διπολική διάκριση σε αρσενικά και θηλυκά άτομα.

Τα βιολογικά πλεονεκτήματα των… θηλυκών κυνηγών

Η πιο πρόσφατη και τεκμηριωμένη διάψευση των επιστημονικών προκαταλήψεων για τη δήθεν βιολογική ανεπάρκεια ή την κοινωνική κατωτερότητα των γυναικών κατά την παλαιολιθική εποχή βρίσκεται στο πολύ διαφωτιστικό ερευνητικό έργο δύο Αμερικανίδων βιοανθρωπολόγων, της Cara Ocobock και της Sarah Lacy, που αρχικά δημοσιεύτηκε, τον Σεπτέμβριο 2023, στο κορυφαίο ανθρωπολογικό περιοδικό «American Anthropologist» με τίτλο «Γυναίκα κυνηγός: Οι φυσιολογικές ενδείξεις» (Woman the hunter: The physiological evidence»).

Με το πρωτοποριακό τους έργο, οι δύο Αμερικανίδες βιοανθρωπολόγοι ανέδειξαν τα ιδιαίτερα ανατομικά, φυσιολογικά και τα μοναδικά γνωρίσματα του γυναικείου οργανισμού, που του επέτρεψαν να έχει, ήδη από την προϊστορική εποχή, έναν ισότιμο και εξίσου αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Τα νέα βιολογικά δεδομένα που συγκέντρωσαν και παρουσίασαν συστηματικά οι δύο ερευνήτριες, όχι μόνο δεν συνάδουν με τις επικρατέστερες, μέχρι σήμερα, σεξιστικές επιστημονικές αντιλήψεις, αλλά, επιπλέον, υποδεικνύουν ότι κατά τη μακρά παλαιολιθική εποχή -από τουλάχιστον 2 εκατομμύρια έως 11 χιλιάδες χρόνια πριν- δεν υπάρχουν ενδείξεις για την παρουσία ενός σαφούς διαχωρισμού των κοινωνικών και εργασιακών ρόλων ανάμεσα στους προϊστορικούς άνδρες και στις γυναίκες. Σε αντίθεση με τα άλλα πρωτεύοντα, για τους ανθρώπους δεν φαίνεται να ισχύει η σαφής συμπεριφορική διάκριση μεταξύ των δύο βιολογικών φύλων!

Για παράδειγμα, «αν εξετάσουμε τα τελετουργικά ταφής των νεκρών, όπου το σώμα του νεκρού θαβόταν μαζί με τα πιο πολύτιμα εργαλεία του, δεν βρίσκουμε διαφορές ανάμεσα στους άντρες και στις γυναίκες. Ακόμη και τα αρχαιότερα σκελετικά υπολείμματα, για παράδειγμα από τους Νεάντερταλ, παρουσιάζουν τις ίδιες σκελετικές φθορές, τα ίδια τραύματα, τα ίδια ραγίσματα των οστών στους άνδρες και στις γυναίκες, γεγονός που υποδεικνύει ότι τα δύο φύλα έκαναν τις ίδιες ακριβώς εργασίες: κυνήγι και συλλογή φυτών», όπως δήλωσε διευκρινιστικά η βιοανθρωπολόγος Sarah Lacy.

Πράγματι, οι νέες παλαιοντολογικές έρευνες αποκαλύπτουν ότι ανέκαθεν οι γυναίκες κυνηγούσαν μεγάλα ζώα είτε μαζί με τους άνδρες είτε με τη βοήθεια σκύλων. Αυτό, για παράδειγμα, έκαναν οι γυναίκες του πανάρχαιου ιθαγενούς πληθυσμού των Αϊνού, που, από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα, ζει στα βόρεια ιαπωνικά νησιά Χοκάιντο και Σαχαλίνη, και από γενετικής απόψεως οι Αϊνού είναι περισσότερο συγγενείς με τους ευρω-σιβηρικούς πληθυσμούς παρά με τους Ιάπωνες. Επίσης, οι ανθρωπολογικές μελέτες των σύγχρονων πληθυσμών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, όπως π.χ. οι ομάδες Μάτσοι που ζουν στα τροπικά δάση της Αμαζονίας ή οι ομάδες Μαρτού στην Αυστραλία, δείχνουν σαφώς τον αποφασιστικό ρόλο πουν παίζουν οι γυναίκες κυνηγοί σε αυτές τις «πρωτόγονες» ομάδες.

Ωστόσο, η νέα θεωρία για τη γυναίκα κυνηγό δεν βασίζεται μόνο στην επαρκή παλαιοντολογική και ανθρωπολογική τεκμηρίωση, αλλά και σε νέα γενετικά και βιοχημικά στοιχεία. «Η γυναίκα, λόγω της φυσιολογίας της, είναι και από βιολογικής απόψεως προσαρμοσμένη για το κυνήγι ή τις μακροχρόνιες θηρευτικές πρακτικές. Και ο καθοριστικός βιοχημικός παράγοντας για τις θηλυκές κυνηγητικές ικανότητες είναι τα οιστρογόνα, ορμόνες που τις παράγουν και οι άνδρες, αλλά σε πολύ μικρότερα επίπεδα συγκέντρωσης», υποστηρίζει η Cara Ocobock, η άλλη βιοανθρωπολόγος που υπογράφει αυτή την έρευνα.

Η δύναμη των οιστρογόνων στο κυνήγι και στον αθλητισμό

Τα οιστρογόνα είναι ορμόνες που εκτός από τις σεξουαλικές τους λειτουργίες παίζουν αποφασιστικό ρόλο τόσο στον μεταβολισμό των λιπαρών οξέων όσο και στην αποθήκευσή τους ως βασικών πηγών ενέργειας του γυναικείου κυρίως οργανισμού, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί δραστηριότητες που απαιτούν παρατεταμένη σωματική αντοχή. Αυτό συμβαίνει γιατί τα λιπαρά οξέα παράγουν ανά γραμμάριο περισσότερες θερμίδες από τη γλυκόζη, η οποία αποτελεί τη βασική πηγή ενέργειας για τον ανδρικό οργανισμό, που από βιολογική άποψη είναι πιο κατάλληλος για να εκτελεί σύντομες και σαφώς πιο ισχυρές σωματικές δραστηριότητες.

Πράγματι, όπως έδειξαν οι πρόσφατες έρευνες της Anne Friedlander και των συνεργατών της στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ των ΗΠΑ, ο γυναικείος οργανισμός είναι σε θέση, κατά μέσο όρο, να χρησιμοποιεί έως και 70% περισσότερο τα αποθηκευμένα λίπη από τον ανδρικό ως πηγή ενέργειας, κατά τη διάρκεια των ίδιων και πιο απαιτητικών αθλητικών δραστηριοτήτων.

Και το ότι οι μύες του γυναικείου σώματος μπορούν να διαθέτουν περισσότερα αποθηκευμένα λίπη ως πηγή μεταβολικής ενέργειας καθιστά τις γυναίκες δυνητικά πιο ανθεκτικές στην κόπωση όταν χρειάζεται να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις. Βασιζόμενες σε αυτά και σε άλλα φυσιολογικά δεδομένα, η Cara Ocobock και η Sarah Lacy υποστηρίζουν ότι: «Οι γυναίκες μπορούν να διατηρούν, καλύτερα από τους άνδρες, μια σταθερή μέση ταχύτητα στους αγώνες δρόμου 10 χιλιομέτρων και στις μαραθωνοδρομίες».

Μία άλλη ενδιαφέρουσα φυσιολογική διαφορά που επισημαίνουν στην έρευνά τους είναι ότι οι γυναίκες διαθέτουν περισσότερες μυϊκές ίνες τύπου 1 από τους άνδρες. Οι μυϊκές ίνες τύπου 1 ονομάζονται και «βραδείας συστολής», επειδή, σε αντίθεση με τις μυϊκές ίνες τύπου 2, συσπώνται σχετικά αργά, με μικρότερη ή ελεγχόμενη εκρηκτικότητα και άρα χρειάζονται λιγότερη ενέργεια για να πυροδοτήσουν. Γεγονός που τις καθιστά ιδανικές για τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων, ένα ακόμη φυσιολογικό πλεονέκτημα για τις γυναίκες κυνηγούς, όταν χρειάζεται να ακολουθούν επί μακρόν τα θηράματά τους.

Συνεπώς, από βιολογικής απόψεως, υπάρχουν αναμφισβήτητες και ορατές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ομως, όταν περιγράφουμε τις πιο εμφανείς και τις αόρατες βιολογικές διαφορές αναφερόμαστε πάντα στον μέσο όρο των δειγμάτων του θηλυκού και αρσενικού πληθυσμού που εξετάζουμε συγκριτικά. Δυστυχώς, αυτή η στατιστική προσέγγιση συσκοτίζει τις μεγάλες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ανδρών και των γυναικών και, γενικότερα, αδιαφορεί για τις πολύ σημαντικές μεμονωμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ των ανθρώπων του ίδιου φύλου.

Για παράδειγμα, το γεγονός ότι οι άνδρες τείνουν όντως να είναι πολύ πιο εύσωμοι, ψηλοί, να έχουν καρδιά, πνεύμονες και μυϊκή μάζα μεγαλύτερα κατά μέσο όρο από τις γυναίκες, αυτό δεν απαγορεύει σε αρκετές γυναίκες να εντάσσονται στα ανδρικά σωματικά πρότυπα ανάπτυξης ή το αντίστροφο! Γεγονός που θα έπρεπε να μας κάνει πολύ πιο επιφυλακτικούς με τις κυρίαρχες διπολικές και τις απόλυτες έμφυλες διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων, που επιβλήθηκαν πλανητικά μόνο μετά την επινόηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, που επέβαλαν την οριστική εγκατάλειψη και απαξίωση των προϊστορικών, φυσικότερων και πιο εξισωτικών ανθρώπινων μορφών ζωής.