Η ασταμάτητη προβολή από τα ΜΜΕ παραπλανητικών, εκφοβιστικών ειδήσεων και η σχεδόν καθημερινή εξαγγελία από την κυβέρνηση αλλοπρόσαλλων κατασταλτικών μέτρων κατά της πανδημίας απορυθμίζουν τόσο το ανοσιακό μας σύστημα όσο και τον εγκέφαλό μας, με αποτέλεσμα να επιβαρύνουν την υγεία μας. Οπως θα δούμε στο σημερινό άρθρο, ο υπερβολικός φόβος για τη μόλυνση από τον κορονοϊό ενδέχεται να είναι πολύ πιο επιβλαβής για την ψυχοσωματική μας υγεία από τη μόλυνση από τον SARS CoV-2.
Πώς έγινε εφικτό, πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, ένα τόσο παρατεταμένο πλανητικό λοκντάουν, χωρίς μάλιστα να συντρέχει ένας επιστημονικά αξιολογημένος και ομόφωνα αποδεκτός κίνδυνος για τη ζωή των περισσότερων ανθρώπων; Και ποιες είναι οι εγκεφαλικές προϋποθέσεις και οι ψυχοσωματικές συνέπειες των ακραίων μέτρων προστασίας από τη νέα πανδημία;
Ή πώς η πανδημία πανικού επηρεάζει τον εγκέφαλό μας

H γενικευμένη ανασφάλεια για την ανεξέλεγκτη διάδοση του νέου κορονοϊού γεννά άγχος, το οποίο σχετίζεται με την εμφάνιση σοβαρών ασθενειών όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνος, διαβήτης, νευροψυχιατρικά νοσήματα. Παθήσεις που έρχονται να προστεθούν στα σοβαρά παθολογικά συμπτώματα της ιογενούς ασθένειας COVID-19.
Οταν ένας άνθρωπος είναι υπερβολικά αγχωμένος, το σώμα του, σε μια προσπάθεια να επαναρυθμίσει τις διαταραγμένες από το άγχος λειτουργίες του, εκκρίνει ορμόνες του στρες, όπως π.χ. η κορτιζόλη, μία από τις παρενέργειες της οποίας είναι η καταστολή του ανοσιακού συστήματος.
Οι ορμόνες του στρες είναι τόσο αποτελεσματικές στην καταστολή των ανοσοποιητικών λειτουργιών του σώματός μας, ώστε οι γιατροί τις χορηγούν σκοπίμως σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική μεταμόσχευση οργάνων, ώστε ο οργανισμός τους να μην αποβάλλει το ξένο μόσχευμα.
Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα, ελάχιστες έρευνες έχουν επικεντρωθεί στις καταστροφικές ατομικές και συλλογικές συνέπειες της πανδημίας του φόβου και του πανικού που συνοδεύει την πανδημία -μολύνσεων του νέου κορονοϊού.
Από το ιικό στο ψυχολογικό «φορτίο»

Πώς ένα άτομο μπορεί να μάθει αν είναι θετικό, αν δηλαδή έχει μολυνθεί κι αν όντως μπορεί να μεταδώσει το νέο κορονοϊό; Η πιο σίγουρη απάντηση είναι η ανίχνευση και η μέτρηση, μέσω μοριακής εξέτασης, του ιικού φορτίου που ενδέχεται να υπάρχει στο σώμα του.
Ο όρος «ιικό φορτίο» (Viral Load) αναφέρεται στη συγκέντρωση ιικών σωματιδίων ανά μονάδα όγκου, είναι δηλαδή ο αριθμός αντιγράφων ενός ιού που υπάρχουν σε ένα χιλιοστόλιτρο (ml) αίματος ενός ατόμου.
Πρόκειται για «αντίγραφα» του κορονοϊού ο οποίος έχει εισέλθει στα κύτταρά μας μέσω του ειδικού υποδοχέα «ACE-2» των κυττάρων μας -που του επιτρέπει να εισέλθει στα κύτταρά μας, όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο (Βλ. «Μηχανές του Νου», 19-09-20).
Από τη στιγμή που ο κορονοϊός εισέρχεται στα κύτταρά μας αρχίζει να αναπαράγεται δημιουργώντας αντίγραφα που μολύνουν άλλα κύτταρα. Ετσι, το ιικό φορτίο καταγράφει τον αριθμό των ιικών σωματιδίων που, μια ορισμένη στιγμή, βρίσκονται στον οργανισμό μας. Αν αυτός ο αριθμός είναι μεγάλος, η μόλυνση προκαλεί σοβαρά συμπτώματα και είναι ιδιαίτερα μεταδοτική.
Ωστόσο, πολύ περισσότερο επιβλαβή είναι τα επίσης μεταδοτικά αισθήματα του φόβου και του πανικού που προκαλούνται από το ενδεχόμενο μόλυνσης από την νέα ιογενή νόσο COVID-19. Εξάλλου, ο φόβος και ο πανικός αποτελούν δύο επίμονες, διαχρονικές και «αυτοενισχυτικές» παρουσίες όχι μόνο σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, αλλά και στις βασικές δομές του εγκεφάλου μας (βλ. ειδικό Πλαίσιο).
Ισως γιαυτό, όλο και περισσότεροι επιστήμονες -νευρολόγοι, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι- ανησυχούν για τις καταστροφικές συνέπειες της πλανητικής πανδημίας του φόβου και της ανασφάλειας, η οποία πλήττει άμεσα την κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Το ψυχολογικό και κοινωνικό «φορτίο» αυτής της δεύτερης πανδημίας φόβου ίσως αποδειχτεί πολύ πιο καταστροφικό από την πανδημία του κορονοϊού.
Στις μέρες μας, υπό την απειλή της ανεξέλεγκτης διάδοσης του νέου κορονοϊού, οι περισσότεροι ανθρώποι αυτοπεριορίζονται οικειοθελώς, παραχωρούν κατοχυρωμένα δημοκρατικά δικαιώματα, αποδέχονται πειθήνια την υποβάθμιση των εργασιακών και των κοινωνικών τους σχέσεων.
Με αντάλλαγμα τι; Την ψευδαίσθηση της πρόσκαιρης προσωπικής ασφάλειας μέχρι την επινόηση ενός πολύ αποτελεσματικού εμβολίου, που θα εξαλείψει διαπαντός τον κορονοϊό και θα υλοποιήσει το ουτοπικό όνειρο της καθολικής ανοσίας. Μόνο έτσι εξηγείται πώς έγινε εφικτό, πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, ένα τόσο μακροχρόνιο πλανητικό λοκντάουν, χωρίς να συντρέχει ένας επαρκώς αξιολογημένος και ομόφωνα αποδεκτός κίνδυνος από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η πανδημία του κορονοϊού δεν υπάρχει πραγματικά, ή ότι δεν αποτελεί όντως έναν πολύ σοβαρό κίνδυνο για κάποιες ιατρικά ευπαθείς ομάδες ανθρώπων. Ομως, το οικονομικό, κοινωνικό και το ανθρωπολογικό τίμημα από μια παρατεταμένη και ελεγχόμενη πλανητική καραντίνα ενδέχεται να είναι πολύ πιο καταστροφικό από τη διάδοση του νέου κορονοϊού. Μήπως ο παράλογος φόβος για το νέο κορονοϊό προξενεί, εν τέλει, περισσότερες καταστροφές και θανάτους από τον ίδιο τον κορονοϊό; Εκτός όμως από τις ψυχολογικές συνέπειες της νόσου υπάρχουν και οι νευρολογικές.
Και νευρολογικές οι συνέπειες της μόλυνσης
Από πολύ νωρίς, ήδη από τις πρώτες μελέτες που έγιναν στην Κίνα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι νοσούντες με COVID-19 παρουσιάζουν με μεγάλη συχνότητα και συμπτώματα νευροψυχιατρικών νόσων, όπως επιληψία, εγκεφαλικό επεισόδιο, σύγχυση. Επίσης, σε ένα μεγάλο ποσοστό της τάξης του 80%, άτομα με COVID 19 παρουσίασαν συμπτώματα νευροαισθητήριων διαταραχών, όπως ανοσμία και αγευσία (απώλεια της όσφρησης και της γεύσης).
Για να περιγράψουν αυτή την ιδιαίτερη πτυχή της παθολογίας του νέου κορονοϊού οι επιστήμονες επινόησαν τον όρο “Neurocovid”, ο οποίος όμως δεν αναφέρεται στο στρες που προκαλεί στους ανθρώπους ο υποχρεωτικός εγκλεισμός λόγω της πανδημίας και ο φόβος της κοινωνικής συναναστροφής.
Ήδη από το 1889, οπότε εμφανίστηκε ο ιός της οικογένειας Orthomyxoviridae, στην οποία ανήκει και ο SARS CoV-1 του 2003 και ο τωρινός SARS CoV-2, ήταν γνωστό ότι οι ιοί του αναπνευστικού προκαλούσαν εγκεφαλίτιδες. Το ίδιο συνέβη και το 1918 με την ισπανική γρίπη, η οποία κόστισε τη ζωή σε πάνω 50 εκατομμύρια ανθρώπους και προκάλεσε τουλάχιστον ένα εκατομμύριο εγκεφαλίτιδες παρκινσονικού τύπου. Μελέτες για την πανδημία SARS του 2002-2004 έδειξαν ότι μετά από τέσσερα χρόνια από την εκδήλωση της ασθένειας το 40% των ατόμων που νόσησαν βαριά παρουσίαζαν μόνιμες νευροψυχιατρικές ενοχλήσεις, όπως απώλεια μνήμης, κατάθλιψη, ιδεοληψίες, ψυχαναγκασμούς. Τότε όμως πίστευαν ότι τα συμπτώματα οφείλονταν στο ψυχολόγικό στρες που είχε προκαλέσει η πανδημία.
Σήμερα όμως θεωρείται επαρκώς επιβεβαιωμένο ότι η λοίμωξη που προκαλεί ο νέος κορονοϊός πλήττει και τον εγκέφαλο, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις τον πλήττει άμεσα. Τέτοια νευροψυχιατρικά συμπτώματα εάν δεν διαγνωσθούν εγκαίρως και δεν αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά μπορεί να εξακολουθήσουν να ταλαιπωρούν τα άτομα που νόσησαν από COVID 19 για πολλά χρόνια μετά. Γι’ αυτό είναι αναγκαία και η αξιολόγηση των νευρολογικών συμπτωμάτων όταν η νόσος είναι στην πρώτη οξεία της φάση.
